Σχετικοί ιστότοποι | Σπάνια πανίδα | Σπάνια χλωρίδα| Επιλεγμένα ζώα | Επιλεγμένα φυτά | Ιστορίες & παραμύθια |
|
Επιλεγμένα φυτά |
|
Περιεχόμενα: |
|
| Τάξος ραγοφόρος / Ίταμος μαυρέλατος
Ορίγανο /Δίκταμνος / Δίκταμνος έρωτας
Αίσκουλος / Ιπποκαστανιά / Αγριοκαστανιά
Μπελαντόνα
Κρόκος ανοιξιάτικος
Παιώνια ξένη / Πηγουνιά
Όρχις ιταλική
Ελλέβορος κυκλόφυλλος / Σκάρφι / Καρπί
|
Αγαύη αμερικανική / Αθάνατος Οξιά |
|
To φυτό Ίταμος (τάξος) βρίσκεται σε εύκρατες περιοχές του βορείου ημισφαιρίου. Η ταξινόμηση των ειδών του είναι δύσκολη λόγω της μεγάλης ποικιλίας και των μικρών διαφορών τους. Στην Ευρώπη απαντά το είδος Taxus baccata. Στην Ελλάδα ο ίταμος υπάρχει στην Μακεδονία, τη Θράκη, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τη Σαμοθράκη. Το φυτό αυτό είναι γνωστό ως ήμερο έλατο, καρκαριά. Το γνωρίζουμε και μέσα από τις αναφορές του Θεόφραστου και του Διοσκουρίδη. Ακόμα ο ίταμος ονομάζεται και δένδρο του θανάτου. Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη το φυτό αναδίδει δηλητηριώδης ατμούς, κι όποιος κοιμηθεί η καθίσει να φάει κάτω από αυτό μπορεί και να πεθάνει. Το ξύλο του δένδρου είναι ιδιαίτερα σκληρό και πολύ χρησιμοποιείτο από τους αρχαίους Έλληνες για την κατασκευή όπλων, μουσικών οργάνων και ξύλινων αγαλμάτων. Ο ίταμος αναπτύσσεται πολύ αργά και τα φύλλα του είναι το πιο δηλητηριώδες από όλα τα μέρη του φυτού.
Δικτυότοποι για τον ίταμο: 3o Λύκειο Ν. Φιλαδέλφειας - ίταμος
|
| Ορίγανο /Δίκταμνος / Δίκταμνος έρωτας | |
|
Περιγραφή: Μικρή πολυετής, θαμνώδης πόα , με λευκό εριώδες τρίχωμα, φτάνει μέχρι τα 35cm σε ύψος. Ο βλαστός του φυτού είναι τετραγωνικός, πολύκλαδος και έχει φύλλα ωοειδή, με στρογγυλωμένη ή ελαφρώς καρδιόσχημη βάση, ακέραια, δικτυωτής νεύρωσης. Σε κάθε γόνατο του βλαστού του φέρει ένα ζευγάρι φύλλα, σταυρωτά τοποθετημένα ως προς τα υπερκείμενα και υποκείμενα ζευγάρια. Tο φύλλο καλύπτεται από μεγάλο αριθμό μη αδενωδών οξύληκτων διακλαδισμένων τριχών. Σε αυτές οφείλεται η βελούδινη υφή του φύλλου. Ο ρόλος τους αυτών των τριχών είναι προστατευτικός. H κατανομή τους στην επιφάνεια του φύλλου είναι ομοιόμορφη. Ο αριθμός τους όμως είναι μεγαλύτερος για την κάτω επιδερμίδα του φύλλου, γι‘ αυτό και φαίνεται ανοιχτότερου χρώματος από την επάνω. Το φύλλο φέρει επίσης αδενώδης τρίχες οι οποίες εμφανίζονται ως διαυγή σταγονίδια διασκορπισμένα σ’ όλη την επιφάνεια του. Οι αδενώδεις τρίχες αριθμητικά υπολείπονται των μη αδενωδών τριχών. Οι αδενώδεις τρίχες θεωρούνται οι βασικές πηγές παραγωγής του αιθέριου ελαίου.
Ανθοφορία: Ανθοταξίες σε ομάδες των 3-10, πυκνές, ωοειδείς ή επιμήκεις, κατανεμημένες σε σπονδυλωτή διάταξη. Η διάταξη των ανθέων εντοπίζεται σε μασχαλιαίους ή ακραίους σπονδύλους όπου σχηματίζουν μονοχάσια ή διχάσια. Βράκτια φύλλα, πορφυρά, μακρύτερα του κάλυκα. Κάλυκας σωληνοειδής. Το κατώτερο τμήμα του έλλοβο, με δύο λοβούς. Στεφάνη ρόδινη, με αυλό διπλάσιο σε μήκος από αυτόν του κάλυκα.
Πολλαπλασιασμός: Το Δίκταμο φυτεύεται κάθε Οκτώβριο, γιατί αν αφεθεί το ίδιο φυτό η παραγωγή ατονεί. Φυτεύονται φυντάνια τα οποία και ποτίζονται, αναλόγως με την ξηρότητα του εδάφους, δύο έως τρεις φορές την εβδομάδα. Η φύτευση των φυτών που προέρχονται από σπόρο, από μοσχεύματα ή παραφυάδες, γίνεται το φθινόπωρο (Οκτώβριο-Νοέμβριο) ή την άνοιξη (Φεβρουάριο-Μάρτιο).
Απαιτήσεις: Το φυτό φύεται σε ασβεστούχα πετρώματα, σε θραύσματα και σχισμές βράχων, συνήθως σε σκιώδη μέρη και σε υψόμετρο από 300 μέχρι 1500μ . Προτιμά τις βραχώδεις και απόκρημνες τοποθεσίες. Πρόκειται για είδος ενδημικό της Κρήτης, και έχει χαρακτηρισθεί απειλούμενο εξαιτίας της υπερεκμετάλλευσης. Πληθυσμοί του φυτού βρίσκονται στο φαράγγι της Σαμαριάς, όπου, ως εθνικό πάρκο, η συλλογή του απαγορεύεται από το νόμο. Ο Κρητικός δίκταμος αυτοφύεται σε ορεινές και λοφώδεις ασβεστολιθικές εκτάσεις, σε φαράγγια, σε γκρεμούς και βράχους των ορεινών περιοχών, κυρίως στις ανατολικές πλαγιές των βουνών Ίδης και Δίκτης της Κρήτης. Πιο συγκεκριμένα, ευρίσκεται στις βραχώδεις περιοχές του Παλαιοχωρίου Σελινίου, στα βράχια και τις απόκρημνες πλαγιές της χερσονήσου Σπάθα, στα Λευκά Όρη, τον Κίσσαμο, το Σιρακάρι, Κουνένι, Σφηνάρι, Μαλεβίτσι, Κάτω Ασίτες, Ψηλορείτη, Μεσσαρά, όρος Δίχτυ, Κουρταλιώτικο, Κοτσιφού, Αγία Γαλήνη, Σπήλι, Χουδέτσι, Έμπαρος.
Διακοσμητική αξία: Δεν καλλιεργείται ως καλλωπιστικό.
Χρησιμότητα: Ως έγχυμα χρησιμοποιείται ως τονωτικό και αντισπασμωδικό. Ως αφέψημα χρησιμοποιείται για πονοκεφάλους, νευραλγίες , κατά της ουλίτιδας και του πονόδοντου. Επίσης δίνεται κατά της αμυγδαλίτιδας, του κρυολογήματος, του βήχα και του πονόλαιμου. Είναι καλό για στομαχικές διαταραχές, λειτουργεί χωνευτικά και ανακουφίζει τους στομαχόπονους. Θεωρείται επίσης σπασμολυτικό, διουρητικό και ότι ανακουφίζει τους πόνους στα νεφρά. Χρησιμοποιείται, για τις παθήσεις του ήπατος αλλά και ως εμμηναγωγό (πιστεύεται ότι μπορεί να επιφέρει και αποβολή). Τέλος αναφέρεται ότι το αφέψημα βοηθά στους πόνους από ρευματισμούς. Η συνήθης δοσολογία είναι 2 φλιτζάνια την ημέρα, κατά προτίμηση πρωί και βράδυ. Ως βάμμα χρησιμοποιείται συνήθως αραιωμένο όπως και το αφέψημα για εξωτερική χρήση. Ως καταπλάσματα ή επιθέματα χρησιμοποιούνται εξωτερικά για τους πονοκεφάλους, για τους πόνους του στομαχιού και τις παθήσεις του συκωτιού. Επίσης για φλεγμονές του δέρματος, μώλωπες, εξελκώσεις και ως αντισηπτικό. Τα επιθέματα στο υπογάστριο βοηθούν κατά τον τοκετό. Το κατάπλασμα από πολτό είναι πολύ αποτελεσματικό για τις εκχυμώσεις κατά της δυσοσμίας του στόματος. Το ίδιο αποτελεσματικό είναι και το μάσημα των φύλλων, το οποίο ενδείκνυται και για τον πονόλαιμο. Ως σκόνη χρησιμοποιείται ως αντιμικροβιακό, αντισηπτικό, ανθελμινθικό αντιαιμορραγικό και επουλωτικό φάρμακο με χρήση εξωτερική. Χρησιμοποιούμενα μέρη: Όλα τα υπέργεια μέρη του φυτού . Συλλογή: Η συλλογή γίνεται όταν το φυτό βρίσκεται στο στάδιο της άνθισης. Συλλέγονται οι ανθοφόροι βλαστοί με τα λίγα φύλλα της βάσης τους και χωριστά τα υπόλοιπα μέρη του φυτού. Σε όλη τη βλαστική περίοδο γίνονται 2-4 συλλογές. Η πρώτη συλλογή γίνεται στο τέλος του Μαΐου και ένα μήνα αργότερα, μέχρι και Αύγουστο. Συλλέγονται κυρίως οι ανθισμένες κορυφές και τα φύλλα του, πριν την πλήρη άνθιση, χωρίς να ξεριζώνεται το φυτό. Όταν πρόκειται για άγριο πρέπει πάντα να λαμβάνεται πρόνοια για την πιθανή καταστροφή του βιότοπου και του συνολικού πληθυσμού .H συλλογή του, όπως και όλων των αρωματικών φυτών δεν πρέπει να γίνεται μετά από βροχή ή τις πολύ υγρές μέρες, γιατί καταστρέφονται τα συλλεγόμενα τμήματα. Συνήθως τα φυτά με αιθέρια έλαια συλλέγονται το πρωί, καθώς η ζέστη της ημέρας εξατμίζει το αιθέριο έλαιο του φυτού. Αν το πρωινό είναι ιδιαίτερα υγρό, η συλλογή καλύτερα να γίνεται πριν τη δύση του ηλίου. Θεραπευτική και φαρμακολογία: Το αιθέριο έλαιο με προέλευση τα βράκτια τόσο του καλλιεργούμενου όσο και του άγριου φυτού εμφανίζει ασθενή αντισταφυλοκκοκική δράση. Αντίθετα το αιθέριο έλαιο των φύλλων τόσο του καλλιεργούμενου όσο και άγριου φυτού εμφανίζει αξιοσημείωτη δράση. Εκτός από κυτταροτοξική, το αιθέριο έλαιο του Origanum dictamnus εμφανίζει και εντομοκτόνο δράση. Ο Δίκταμος χρησιμοποιείται παραδοσιακά ως αντι-αιμοραγική, επουλωτική ουσία, τελευταία επιβεβαιώθηκε η δράση του κατά του έλκους του στομάχου. Η αντιοξειδωτική δράση του υδατικού εκχυλίσματος είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς είναι εμφανής η δυνατότητα εκμετάλευσης της στη βιομηχανία τροφίμων ως συντηρητικού. Οι χρήσεις που αναφέρονται στην βιβλιογραφία είναι ώς πεπτικό, αντιμικροβιακό, αντισηπτικό, ανθελμινθικό ,αντιαιμορραγικό, επουλωτικό, εμμηναγωγό, σπασμολυτικό, καταπραϋντικό των στομαχικων πόνων και των νευρικών διεγέρσεων. Έχει αναφερθεί επίσης ότι διευκολύνει την κατάκλιση (έγκυες) και ως αντιεπιληπτικό. Το αιθέριο έλαιο έχει επίσης και οικονομική σημασία στην οινοποιία (μαρτίνι) και στην κοσμετολογία.
Δικτυότοποι για το δίκταμο: 3ο Λύκειο Ν. Φιλαδέλφειας - δίκταμο
|
| Αίσκουλος / Ιπποκαστανιά / Αγριοκαστανιά | |
![]() |
Η ιπποκαστανέα είναι δέντρο του γένους Aesculus παρότι το όνομά της παραπέμπει στην γνωστή καστανιά του γένους Fagaceae. Δέντρο της οικογένειας των ιπποκαστανιδών, της τάξης των τερεβινθωδών. Οφείλει το όνομά της στη μεγάλη ομοιότητά της με την καστανιά, όμως ο καρπός της δεν είναι εδώδιμος. Έχει χρησιμοποιηθεί από την αρχαιότητα για την θεραπεία ασθενειών του αλόγου και σ' αυτό οφείλει το πρώτο συνθετικό του ονόματός της. Το κοινό όνομά του είναι αγριοκαστανιά. Είναι αυτοφυής και συναντάται στα δάση των ορεινών περιοχών της Β. Ελλάδας, ιδίως στην περιοχή της χαράδρας του Βίκου στην Πίνδο και στην Ροδόπη. Από τις περιοχές αυτές η αγριοκαστανιά, χάρη σε ευρωπαίους περιηγητές-βοτανολόγους, εξαπλώθηκε τον προπερασμένο αιώνα σε όλο τον δυτικό κόσμο και κοσμεί αμέτρητες αλέες και πάρκα του. Καλλιεργείται σ` όλη την Ευρώπη ως καλλωπιστικό, για τα όμορφα λουλούδια του και τα ωραία φύλλα του, που μοιάζουν με παλάμη. Το ύψος του φτάνει τα 15-25 μ. Τα άνθη του είναι ακτινόμορφα ή ζυγόμορφα, πενταμερή και πεντασπόνδυλα. Ο αριθμός των στημόνων είναι συνήθως διπλάσιος από τον αριθμό των πετάλων. Οι ταξιανθίες που σχηματίζουν τα άνθη είναι "βότρεις". Η ωοθήκη έχει δύο χώρους. Ο καρπός είναι ράγα, κάψα ή διαρρηκτός, εφοδιασμένος με πτερύγιο. Κάθε χώρος περιέχει δύο σπέρματα με νεφροειδές σχήμα.Η ιπποκαστανέα έχει φαρμακευτικές ιδιότητες, που οφείλονται στις άφθονες δεψικές ουσίες του φλοιού και στις αισκουλοσαπωνίνες, που υπάρχουν σ` όλα τα βλαστικά μέρη του δέντρου και ιδιαίτερα στα σπέρματα. Τα αφεψήματα αποφλοιωμένων χλωρών σπερμάτων χρησιμοποιούνται στην ομοιοπαθητική κατά της διόγκωσης του ήπατος, της χρόνιας γαστρίτιδας, των αιμορροΐδων κ.ά. Ο φλοιός του δέντρου περιέχει μία ουσία που ονομάζεται αισκουλίνη, ενώ τα άνθη και τα φύλλα περιέχουν μία ουσία που ονομάζεται βερεσκιτρίνη. Ο άγουρος πράσινος φλοιός του καρπού προκαλεί στον άνθρωπο δηλητηρίαση.
Δικτυότοποι για την ιπποκαστανιά: Μουσείο Νερού Έδεσσας - ιπποκαστανιά
|
| Μπελαντόνα | |
![]() |
Πως θα την αναγνωρίσουμε: Θάμνος σε ανοιχτό πράσινο χρώμα. Σε ύψος φθάνει το 1-1,5 μέτρο. Τα άνθη του είναι σε σχήμα καμπάνας για να μετατραπούν σε μεγάλους μαύρους γυαλιστερούς καρπούς σφαιρικού σχήματος, που περιέχουν πορφυρόχρωμο χυμό. Όλο το φυτό έχει δυσάρεστη μυρωδιά. Γενικές πληροφορίες: Ενδημικό της κεντρικής και νότιας Ευρώπης. Φυτό τοξικό. που προτιμά την ά φθονη σκιά. Όλα τα μέρη του φυτού είναι εξαιρετικά τοξικά. Τα ξερά φύλλα περιέχουν ατροπίνη και σκοπαλαμίνη που έχουν ναρκωτική και αντισπασμωδική δράση. Η Μπελαντόνα είναι ένα γοητευτικό και ταυτόχρονα ύπουλο φυτό. Ανήκει στα δηλητηριώδη φυτά των αρχαίων. Ήταν η «άτροπος» του Διοσκορίδη, ένας θάμνος ύψους δύο μέτρων, που ανθίζει τον Ιούνιο και τον συναντούμε στα γυμνά μέρη των δασών ή στις άκρες των δρόμων. Τις τοξικές του ιδιότητες περιέγραψε ο Διοσκορίδης με μεγάλη λεπτομέρεια, λέγοντας πώς ο χυμός, σε βάρος μιας δραχμής, προκαλεί φαντασιώσεις, σε βάρος δυο δραχμών οι φαντασιώσεις κρατούν τέσσερις μέρες και σε βάρος τεσσάρων δραχμών επέρχεται ο θάνατος. Στους κινδύνους αυτού του φυτού αποδίδεται και το όνομα του, άτροπος, που ετυμολογικά σημαίνει αδυσώπητος, άκαμπτος, υπονοώντας έτσι τη δραστικότητα του δηλητηρίου. Δέκα ως δώδεκα καρποί είναι άλλωστε θανάσιμοι και για τον άνθρωπο. Το επιστημονικό όνομα του είδους σημαίνει ωραία γυναίκα, γιατί ο χυμός του καρπού χρησίμευε στην αρχαιότητα για τη διαστολή της κόρης των ματιών, πράγμα που τα ομόρφαινε. Η ενεργός ουσία ατροπίνη χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα στην οφθαλμολογία. Δικτυότοποι για την μπελαντόνα: Δήμος Τοπείρου Ξάνθης - μπελαντόνα 7ο Γυμνάσιο Καρδίτσας - μπελαντόνα
|
| Κρόκος ανοιξιάτικος | |
|
Ο κρόκος ή αλλιώς το σαφράνι είναι ένα από τα πιο ακριβά μπαχαρικά που υπάρχουν στο κόσμο. Το σαφράνι προέρχεται από τον ύπερο ενός λουλουδιού με επιστημονική ονομασία Crocus sativus Linnaeus το οποίο ανήκει στην βοτανική οικογένεια Iridaceae. Εισαγωγή: Το φυτό αυτό είναι μια φυσική μετάλλαξη που συνέβη πριν από πολλά χρόνια σε περιοχές της Περσίας και της λεκάνης της Μεσογείου. Ανήκει στην κατηγορία των τριπλοειδών φυτών πράγμα που σημαίνει οτι είναι στείρο και δεν μπορεί να αναπαραχθεί εγγενώς. Δεν παράγει σπόρους. Ο μόνος τρόπος για την αναπαραγωγή του είναι μέσω της διάσπασης και σποράς των βολβών. Η διαδικασία είναι περίπου ίδια με αυτή του σκόρδου. Ο ένας βολβός παράγει νέους και βολβοί αυτοί μπορεί να δώσουν νέα φυτά όταν φυτευθούν. Ιστορία: Η ιστορία του σαφρανίου ξεκινάει από την ανατολή. Αναφορές χρήσης του φυτού αυτού βρίσκονται στην Μικρά Ασία καθώς και στην Αρχαία Αίγυπτο όπου χρησιμοποιούνταν σαν αρωματικό από την βασίλισσα Κλεοπάτρα και από άλλους Φαραώ σαν αρωματική και σαγηνευτική ουσία. Διαδεδομένη ήταν η χρήση του και σε ναούς και ιερά μέρη ως αρωματική ουσία. Η χρήση του σαφρανίου απαντάται στην Μινωϊκή αλλά και στην Κλασική Ελλάδα όπου χρησιμοποιούνταν ως αρωματικό καθώς και ως χρωστική ουσία. Τοιχογραφίες που παρουσιάζουν λουλούδια Κρόκου μπορεί κανείς να βρει στις ανασκαφές των Μινωϊκών Ανακτόρων. Στους αρχαίους Έλληνες ήταν γνωστές και οι φαρμακευτικές ιδιότητες του σαφρανίου καθώς το χρησιμοποιούσαν για να καταπολεμήσουν την αϋπνία και τα δυσάρεστα αποτελέσματα του μεθυσιού από το κρασί. Επίσης χρησιμοποιούνταν ως άρωμα στα λουτρά αλλά και σαν αφροδισιακό. Οι Άραβες χρησιμοποιούσαν το σαφράνι ως αναισθητικό και είναι αυτοί που το εισήγαγαν στην Ισπανία τον δέκατο αιώνα. Αποτέλεσε βασικό συστατικό πάνω στο οποίο χτίστηκε η Ενετική αυτοκρατορία καθώς ήταν ένα από τα εμπορικά κέντρα. Σήμερα χρησιμοποιείται σε όλο το κόσμο στην ζαχαροπλαστική, στην αρτοποιεία καθώς και ως μέρος διαφόρων διασήμων πιάτων όπως για παράδειγμα η ισπανική παέλια. Καλλιέργεια: Η καλλιέργεια του σαφρανίου απαιτεί ακραίες κλιματικές συνθήκες. Χρειάζεται ξηρό και θερμό καιρό το καλοκαίρι και κρύο το χειμώνα. Η γη στην οποία θα καλλιεργηθεί θα πρέπει να είναι ξηρή, ασβεστώδης, επίπεδη και χωρίς δένδρα. Το έδαφος πρέπει να είναι καλά στραγγιζόμενο ώστε να απομακρύνεται το νερό και να αποφεύγονται έτσι πιθανές προσβολές μυκήτων στους βολβούς που θα έχουν ως αποτέλεσμα το σάπισμα τους. Η σπορά γίνεται τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Η σπορά γίνεται με την τοποθέτηση των βολβών σε αυλάκια βάθους 20 εκατοστών και σε απόσταση 10 εκατοστών μεταξύ τους. Η συγκομιδή γίνεται στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοέμβριου. Το λουλούδι του φυτού ανοίγει την αυγή και πρέπει να μείνει κατά το δυνατόν λιγότερο πάνω στο φυτό διότι μαραίνεται γρήγορα και τα στίγματα χάνουν το χρώμα και το άρωμα τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η συγκομιδή γίνεται από όταν ξημερώσει μέχρι πριν τις 10 το πρωί. Μόλις τα λουλούδια μαζευτούν γίνεται διαχωρισμός του στίγματος από το υπόλοιπο λουλούδι. Υπολογίζεται ότι χρειάζονται 85,000 λουλούδια για να συγκομισθεί ένα κιλό από φρέσκα στίγματα σαφρανίου. Μετά το τέλος της συγκομιδής τα στίγματα πρέπει να αποξηρανθούν για να μπορούν να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά αυτή την διαδικασία το φρέσκο σαφράνι χάνει περίπου τα 4/5 του αρχικού του βάρους και αποκτά το χαρακτηριστικό του κόκκινο χρώμα. Από ένα κιλό φρέσκα στίγματα σαφρανίου το τελικό προϊόν είναι 200 γραμμάρια αποξηραμένων στιγμάτων. Τα αποξηραμένα στίγματα για να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά τους πρέπει να αποθηκευτούν και να προστατευθούν από την υγρασία, το ηλιακό φως και τη θερμότητα. Η Κοζάνη είναι η μοναδική κροκοκαλλιεργούμενη περιοχή της Ελλάδας, στην οποία γίνεται από πάρα πολλά χρόνια συστηματική καλλιέργεια του φυτού.Ο διεθνής οργανισμός έχει θεσπίσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και κανόνες με βάση τα οποία το σαφράνι κατατάσσεται σε διαφορετικές κατηγορίες ποιότητας. Δικτυότοποι για τον κρόκο:
|
| Παιώνια ξένη / Πηγουνιά | |
![]() |
Το φυτό οφείλει το όνομά του στον μυθικό Παιώνα, μαθητή του γιατρού των θεών Ασκληπιού, ο οποίος θεράπευσε ένα τραύμα του Πλούτωνα που του είχε προκαλέσει ο Ηρακλής. Ο Ασκληπιός σκότωσε τον μαθητή του από φθόνο, αλλά ο Πλούτων τον μεταμόρφωσε στο άνθος που πήρε το όνομά του. Εξ άλλου, η λέξη «παιάν», που υποδηλώνει δοξαστικό ύμνο, απευθυνόταν αρχικά στον Απόλλωνα Παιάνα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για κάποια θεραπεία με το φυτό. Από την αρχαιότητα, λοιπόν, η παιώνια είχε φαρμακευτική χρήση. Κατά τον Διοσκουρίδη, το φυτό θεωρείται αντίδοτο στους πυρετούς, τις δηλητηριάσεις και τη μαγεία. Κατά τον Πλίνιο, είναι εμμηναγωγό, κατάλληλο για τις παθήσεις των νεφρών, των εντέρων, τους κολικούς, τα δαγκώματα των φιδιών και, επί πλέον, διώχνει τους εφιάλτες. Η συλλογή του φυτού συνοδευόταν από παράξενες δοξασίες. Σύμφωνα με τον Θεόφραστο, οι ρίζες έπρεπε να συλλέγονται τη νύχτα, αλλιώς ό συλλέκτης κινδύνευε να υποστεί την επίθεση δρυοκολάπτη και να απολέσει την όρασή του. Η πρόληψη αυτή επέζησε έως τον 17ο αιώνα. Στη σύγχρονη ιατρική, η παιώνια θεωρείται ότι έχει αναλγητικές και ηρεμιστικές ιδιότητες. Aπό λευκά έως μελανοπόρφυρα Παιώνια του Κλούζιους (Paeonia clusii). Eνδημική της Kρήτης και της Kαρπάθου. Mε τους κερασόχροους βλαστούς, τα λεπτοκομμένα φύλλα και τα μεγάλα λευκά άνθη της, που μυρίζουν σαν γαρύφαλο, είναι από τις πιο κομψές παιώνιες της Eλλάδας. Στην Ελλάδα, οι παιώνιες είναι αυτοφυή, πολυετή, ποώδη φυτά των ορεινών κυρίως περιοχών. Προτιμούν ασβεστολιθικά εδάφη και ελαφρώς σκιερές τοποθεσίες σε μακκία βλάστηση και δάση. Το υπέργειο τμήμα τους ξεραίνεται τελείως μετά την ανθοφορία, ενώ το υπόγειο επιζεί κάτω από το έδαφος. Ο βλαστός είναι συνήθως κοκκινωπός και λείος στα περισσότερα είδη. Τα φύλλα είναι πάντα σύνθετα, δις τρισχιδή, με πολλές διαιρέσεις. Τα άνθη φυτρώνουν ανά ένα σε κάθε βλαστό και τα πέταλα ποικίλουν σε μέγεθος, σχήμα και αριθμό, καθώς και σε χρώμα, από λευκά έως μελανοπόρφυρα. Οι στήμονες είναι πολυάριθμοι, με κίτρινους ανθήρες, και τα στίγματα ρόδινα, ενώ ο καρπός αποτελείται από χνουδωτούς θυλάκους σε σχήμα αμυγδάλου, γεμάτους μεγάλα, στρογγυλά, μαύρα και κόκκινα άγονα σπέρματα. Το φυτό που μπορεί να προέλθει από τους μαύρους σπόρους θα πρωτοανθίσει σε 4-5 χρόνια. Eίδη Στην Ελλάδα, αναγνωρίζονται σήμερα τα εξής είδη και υποείδη: 1. Παιώνια η εξωτική (Paeonia peregrina). Eχει έντονα πορφυρά κυπελλοειδή άνθη, ανθίζει Απρίλιο-Μάιο και απαντάται στη βόρειο Ελλάδα, στη Λευκάδα και στη Φθιώτιδα. 2. Παιώνια του Παρνασσού (Paeonia parnassica). Eχει μελανοπόρφυρα άνθη, και ανθίζει τον Μάιο. Eυδοκιμεί στον Παρνασσό και τον Ελικώνα και είναι ενδημική και απειλούμενη. Kάψα της Παιώνιας της ελληνικής (υποείδος hellenica). Διακρίνονται οι μαύροι γόνιμοι σπόροι και οι άγονοι κόκκινοι. Tην κλασσική μορφή (υποείδος mascula), με άνθη ρόδινα. Aνθίζει Απρίλιο-Μάιο στον Ελικώνα, τη Λέσβο και τη Σάμο. Tην Παιώνια του Ρούσσο (υποείδος russi), με πρώιμη ανθοφορία τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο, και άνθη ρόδινα έως ροδινοϊώδη. Tην βρίσκουμε στην Κεφαλονιά, τη Λευκάδα, τη Ζάκυνθο και τα Ακαρνανικά Oρη. Tην Παιώνια την ελληνική (υποείδος hellenica), με άνθη λευκά ή σπανίως ροδόλευκα και ενίοτε με ρόδινη απόχρωση στη βάση των πετάλων. Aνθίζει τους μήνες Απρίλιο-Μάιο και έχει εξάπλωση στον Ταΰγετο, την Πάρνηθα, την Aνδρο και, κυρίως, την Εύβοια, με παραλλαγή και στην Ικαρία. Tην Παιώνια την τρισχιδή (υποείδος triternata), με άνθη ρόδινα. Eχει παρατηρηθεί μόνο στο Μενοίκιο της ανατολικής Μακεδονίας. Aνθίζει τον Μάιο. 4. Παιώνια του Κλούζιους (Paeonia clusii). Eίναι ενδημική της Κρήτης και της Καρπάθου, με άνθη λευκά που μυρίζουν σαν γαρύφαλλο και φύλλα με πολλές υποδιαιρέσεις. Ανθίζει Απρίλιο και Μάιο. 5. Παιώνια της Ρόδου (Paeonia rhodia). Eνδημική του νησιού και απειλούμενη, με λευκά, επίσης, άνθη. Παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με την προηγουμένη και ανθίζει Φεβρουάριο και Απρίλιο.
Δικτυότοποι για την παιωνία: Λουλούδια στη Μυθολογία - παιωνία
|
| Όρχις ιταλική | |
|
ΤA OPXEOEIΔH είναι η νεότερη οικογένεια του φυτικού βασιλείου. Βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της εξέλιξης και παρουσιάζουν πολλές ιδιαιτερότητες. Για την αναπαραγωγή τους οι ελληνικές ορχιδέες βασίζονται αποκλειστικά στα έντομα. Προκειμένου να τα προσελκύσουν, έχουν διαμορφώσει πολύπλοκες εξελικτικές προσαρμογές, όπως ο χρωματικός μιμητισμός και η σεξουαλική εξαπάτηση. Λίγες, όμως, κατορθώνουν να γονιμοποιηθούν. Οι σπόροι τους είναι μικροσκοπικοί και ευαίσθητοι και για να βλαστήσουν εξαρτώνται από ριζομύκητες που συμβιώνουν με το έμβρυο, στο οποίο παρέχουν τις απαραίτητες θρεπτικές ουσίες (στις παρασιτικές ορχιδέες αυτή η συμβίωση διατηρείται εφ όρου ζωής). Απαιτούν σταθερό και προστατευμένο περιβάλλον για να ευδοκιμήσουν, επειδή η ανάπτυξή τους είναι εξαιρετικά αργή. Ακόμα και με τις ιδανικότερες συνθήκες μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια για να ανθίσουν.Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες καταγραφές, τα ελληνικά ορχεοειδή αριθμούν περίπου 175 είδη. Από αυτά σχεδόν 50 είναι ενδημικά. Δυστυχώς η εργασία πεδίου στην Ελλάδα είναι ελλιπής. Η κατάσταση πολλών ειδών (κυρίως σπάνιων ή προσφάτως ανακαλυφθέντων ενδημικών και ειδών με μεγάλη παραλλακτικότητα) είναι ασαφής και η πραγματική τους κατανομή αγνοείται. Το ίδιο ισχύει και για άλλες οικογένειες. Eτσι, οι κατάλογοι των απειλούμενων φυτών της ελληνικής χλωρίδας στηρίζονται σε ανεπαρκή στοιχεία και χρειάζονται αναθεώρηση. Είδη που θεωρούνται απειλούμενα στην πραγματικότητα δεν κινδυνεύουν, ενώ δεν περιλαμβάνονται άλλα που πράγματι απειλούνται. Oλιγάριθμα και απομονωμένα: Θα τολμήσω να ισχυριστώ ότι τα περισσότερα ελληνικά ορχεοειδή απειλούνται, ακόμα και αυτά που θεωρούνται κοινά. Η σπανιότητα ενός είδους καθορίζεται από την περιορισμένη γεωγραφική του εξάπλωση και/ή τους αριθμούς, το μέγεθος και τη διασπορά των πληθυσμών του.Τέτοια φυτά είναι συνήθως:Ευρωπαϊκά ή ασιατικά ορχεοειδή που έχουν στην Ελλάδα το απώτατο όριο κατανομής τους και/ή συναντώνται σε ελάχιστες περιοχές, ή μόνο σε μια, με πληθυσμούς λίγων ατόμων. Ανάμεσά τους ο Orchis militaris και η Nigritella rhellicani που βρίσκονται στο όρος Φαλακρό, η Comperia comperiana σε τρία νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ο Orchis punctulata που ίσως υπάρχει στη Θράκη και θεωρείται εξαφανισθείς από τη Ρόδο, η Ophrys bertolonii που αναφέρεται πως φυτρώνει στην Κέρκυρα, η Ophrys insectifera, καταγεγραμμένη μόνο σε τρεις βιότοπους από τους οποίους ο ένας καταστράφηκε και η Dactylorhiza incarnata με μία θέση στην Hπειρο και μία στη Μακεδονία.Στενότοπα ενδημικά όπως οι Cephalanthera cuculata, Epipactis cretica και Ophrys gortynia της Κρήτης, η Dactylorhiza graeca με έναν μικρό πληθυσμό στα όρη της Βροντού και οι Ophrys cephalonica, Ophrys icariensis και Ophrys delphinensis.Aυτά τα είδη κινδυνεύουν σοβαρά, όχι μόνο από την παράνομη συλλογή και την καταστροφή των ελάχιστων ή μοναδικών βιοτόπων τους, αλλά και από τη γεωγραφική τους απομόνωση που, λόγω της αναγκαστικής ενδογαμίας, οδηγεί στον εκφυλισμό των γενετικών χαρακτηριστικών των φυτών και τα καθιστά ευαίσθητα σε ασθένειες. Το έντονο ορεινό ανάγλυφο και τα πολλά νησιά της χώρας μας έχουν καταδικάσει αρκετές ορχιδέες σε γεωγραφική απομόνωση.Ακόμα και σχετικά κοινά είδη διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο όταν οι πληθυσμοί τους βρίσκονται σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους, ενώ υπάρχουν στενότοπα ενδημικά που εμφανίζουν ικανούς πληθυσμούς, εξελίσσονται ακόμα και απειλούνται περισσότερο από την αλλοίωση των βιοτόπων τους. Aπό τι απειλούνται: Πολλά είδη που θεωρούνται κοινά και μη απειλούμενα, επειδή απαντώνται σ' ολόκληρη την Ελλάδα σε μεγάλους πληθυσμούς, κινδυνεύουν γιατί είναι εξαρτημένα από συγκεκριμένους οικότοπους. Σε αυτά ανήκει ο Orchis laxiflora που φυτρώνει αποκλειστικά σε υγρότοπους. Στην πατρίδα μας οι υγρότοποι αποξηραίνονται με όλο και γοργότερους ρυθμούς και παραδίνονται στην καλλιέργεια ή την τουριστική εκμετάλλευση. Τα περισσότερα είδη των γενών Οrchis και Ophrys προτιμούν τα ακαλλιέργητα ή παραμελημένα χωράφια, που έχουν την ίδια μοίρα με τους υγρότοπους, ιδίως τα τελευταία χρόνια που αρκετές τέτοιες δραστηριότητες επιδοτούνται. Επίσης, είδη όπως οι Orchis mascula και Orchis quadripunctata επιδεικνύουν ακόμα μεγάλους πληθυσμούς, όμως εκατοντάδες φυτά ξεριζώνονται παράνομα κάθε χρόνο για να παρασκευαστεί το (υπερεκτιμημένο κατά τη γνώμη μου) σαλέπι.Η συνεχής, τα τελευταία χρόνια, κατασκευή νέων δασικών δρόμων, η υπερβόσκηση, που έχει απογυμνώσει από τη βλάστηση ολόκληρα βουνά, ιδίως στα νησιά, και η χρήση χημικών λιπασμάτων, ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων που εκτός από τα φυτά εξολοθρεύουν και τα έντομα-επικονιαστές τους, επιβαρύνουν την ήδη διαταραγμένη ισορροπία πολλών βιότοπων.Τέλος, οι περισσότερες ορχιδέες, για να εξασφαλίσουν αρκετό φως, συνηθίζουν να φυτρώνουν στα όρια των δασών ή των λιβαδιών και στα πρανή των δρόμων, ορατές από κάθε περαστικό και προσιτές σε κάθε χέρι που θα θελήσει να τις κόψει.Tα μόνα που δεν απειλούνται -προς το παρόν- είναι λίγα είδη με μεγάλους πληθυσμούς που προτιμούν τη βαθιά σκιά και υγρασία των ορεινών δασών, όπως οι Cephalanthera longifolia, Epipactis helleborine, Dactylorhiza saccifera και Neotinea maculata, είδη κοινά και πολυπληθή σε ορεινές περιοχές που είναι ακόμα δυσπρόσιτες ή άγνωστες στον πολύ κόσμο, επομένως ελάχιστα αλλοιωμένες από ανθρώπινες δραστηριότητες. Φοβάμαι πως αυτή η κατάσταση θα αλλάξει σύντομα, γιατί ο τουρισμός έχει φτάσει και στα πιο απομονωμένα χωριουδάκια της Πίνδου, της Ροδόπης και άλλων, μέχρι πρότινος . Ιταλική ορχιδέα Πολυετές, με βοβλούς ωοειδής ή ελλειψοειδείς. Φύλλα επιμήκως λογχοειδή. Άνθη ροδοπόρφυρα, με γλωσσάριο 3λοβο που φέρει πορφυρά στίγματα. Άνθιση Απρίλιο – Μάιο. Δικτυότοποι για την ορχιδέα:
|
| Ελλέβορος κυκλόφυλλος / Σκάρφι / Καρπί | |
|
Οι Ελλέβοροι είναι φυτά ποώδη με ρίζωμα πολυετές,που ζουν στα ορεινά.Ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τις ανεμώνες και τις νεραγκούλες Ξεχωρίζουν απο τα εξής χαρακτηριστικά:Στη βάση τους φυτρώνουν ένα ή περισσότερα μεγάλα φύλλα με μακρύ μίσχο.Τα φύλλα αυτά χωρίζονται σε πολλά επιμήκη φυλλάρια, με παλαμοειδή διάταξη.Ο βλαστός βγάζει πολύ μικρά φυλλαράκια ή βράκτια. Από τα ένδεκα είδη ελλέβορου που υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη, στην Ελλάδα φυτρώνει μόνο ο Ελλέβορος ο κυκλόφυλλος (Helleborus cyclophyllus).Τον βρίσκουμε στα ξέφωτα των ορεινών δασών, τα άνθη του έχουν χρώμα ανοιχτό κιτρινοπράσινο και εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη, μετά το λιώσιμο των χιονιών.Είναι κοινά γνωστός ως Σκάρφι,Κάρπη,Καρπί κ.ά. Οι Ελλέβοροι είναι φυτά δηλητηριώδη. Ωστόσο, όπως όλα τα δηλητήρια, χρησιμοποιούνταν από τους πρακτικούς γιατρούς και για φαρμακευτικούς σκοπούς.Παλιά χρησιμοποιούνταν για τη θεραπεία διαφόρων ασθενιών των ζώων όμως όσον αναφορά τις ανθρώπινες ασθένειες,δεν είναι ξεκάθαρο πού ακριβώς ωφελούσε το φυτό αυτό. Οι πηγές μας πληροφορούν ότι αρχαίοι ρήτορες έτρωγαν μικρές ποσότητες του φυτού για την τόνωση της μνήμης τους κατά την διάρκεια της ομιλίας τους. Επίσης η λαϊκή μας παράδοση αποδίδει στο Σκάρφι πολλές περίεργες και μαγικές ιδιότητες.Το βέβαιο πάντως είναι ότι,ακόμη και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, από ελλέβορο παρασκευάζονταν φάρμακα για τη θεραπεία της μανίας,της μελαγχολίας,της υποχονδρίας, ακόμη και της επιληψίας.Τον χρησιμοποιούσαν επίσης κατά της υδρωπικίας και σε χρόνια δερματικά νοσήματα.Η χρήση του γινόταν με μορφή σκόνης ή βάμματος.Σε μεγάλη δόση ο ελλέβορος προκαλεί εμετό, διάροια, πόνους στα πεπτικά όργανα, παράλυση και τελικά τον θάνατο. Δικτυότοποι για τον ελλέβορο: 3ο Λύκειο Ν. Φιλαδέλφειας - ελλέβορος
|
| Αγαύη αμερικανική / Αθάνατος | |
![]() |
Περιγραφή: Μεγάλη ομάδα φυτών με σαρκώδη φύλλα ( Παχύφυτα ) που είναι διατεταγμένα σε μορφή ρόδακα. Τα γαλαζοπράσινα έως γκριζοπράσινα φύλλα , καταλήγουν , στις παρυφές τους , σε χαρακτηριστική λευκή λωρίδα η φέρουν λευκές ίνες . Οι κορυφαίες απολήξεις των φύλλων καταλήγουν σε αγκάθι , μικρότερο η μεγαλύτερο , αναλόγως του είδους . Υπάρχουν είδη διαφόρων μεγεθών από νάνα μέχρι και πολύ μεγάλα , με διάμετρο ρόδακα από λίγα εκατοστά του μέτρου , μέχρι και 3 m . Ανθίζει σε επάκρια ταξιανθία , όταν η ροζέτα είναι ώριμη ( ηλικία από 5 έτη στις μικρότερες ποικιλίες , μέχρι και 40 έτη για τα μεγαλύτερα είδη ) στην κορυφή υψηλού μίσχου , που αναπτύσσεται από το κέντρο της ροζέτας και σε ορισμένα είδη φθάνει τα 10 m ύψος . Η διαδικασία της άνθισης μπορεί να φθάσει και την διάρκεια ενός έτους. Ανθοφορία: Ανθίζει σε επάκρια ταξιανθία , τα άνθη φέρονται στο μακρύ ανθικό στέλεχος που αναπτύσσεται από το κέντρο του ρόδακα , όταν η ροζέτα είναι ώριμη , και έχουν χρώμα υπόλευκο . Μετά την άνθισή τους πολλά είδη , ξεραίνονται. Πολλαπλασιασμός: Πολλαπλασιάζετε με τμήμα ανθικού στελέχους η με πλευρικές παραφυάδες που δημιουργούνται στη βάση του φυτού. Απαιτήσεις: Είναι φυτά που ανέχονται την ξηρή ατμόσφαιρα . Δεν αντέχουν τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες του Χειμώνα. Οι απαιτήσεις σε υγρασία είναι σχετικά μικρές . Απαιτεί σημεία με πλούσιο φωτισμό και ηλιοφάνεια. Δικτυότοποι για την αγαύη: Λουλούδια στη Μυθολογία - αγαύη
|
| Θυμάρι | |
![]() |
Αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό το θυμάρι ή θύμιο ανήκει στην τάξη των σωληνανθών και στην οικογένεια των χειλανθών. Θάμνος μικρού ύψους έως 30 εκατοστά, με όρθιους βλαστούς, εξαιρετικά ανθεκτικός, αναδεύει ένα θαυμάσιο άρωμα. Βρίσκεται στις νότιες και μεσογειακές περιοχές της Ευρώπης σε διάφορες περιοχές της Ασίας και καλλιεργείται στη βόρεια Αμερική. Τα φύλλα του θυμαριού όταν ξεραθούν αποκτούν καφεπράσινο χρώμα και αναδύουν το άρωμα τους όταν θρυμματιστούν. Η γεύση τους είναι πολύ δυνατή, ελαφρώς καυστική και πλούσια. Μαζί με τους αποξηραμένους ανθούς χρησιμοποιούνται σαν μπαχαρικό για τον αρωματισμό διαφόρων φαγητών, σε ψάρια, κρέατα, σε διάφορες σάλτσες, σούπες κ.λ.π. Είναι ένα από τα βασικά συστατικά του λικέρ βενεδικτίνη. Το θυμάρι είναι ιδιαίτερα αγαπητό στις μέλισσες και το θυμαρίσιο μέλι είναι εξαιρετικής ποιότητας. Περιέχει αιθέριο έλαιο σε ποσοστό 1-2 τις εκατό και κύριο συστατικό του είναι η θυμόλη, ή αλλιώς καμφορά του θυμαριού, έχει δε χρήσεις στην αρωματοποιία και στην οδοντιατρική. Έχει αντιμικροβιακή δράση και χρησιμοποιείται στην παρασκευή αλοιφών κατά των βακτηρίων των πληγών. Στη φαρμακευτική επίσης χρησιμοποιείται στη παρασκευή φαρμάκων κατά του βήχα και παθήσεων του αναπνευστικού. Το θυμάρι στην θεραπευτική του χρήση είναι τονωτικό και δυναμωτικό. Χρησιμοποιείται κατά της ατονίας του πεπτικού συστήματος, στον χρόνιο κατάρρου, κατά της λευκόρροιας και της αμηνόρροιας. Είναι ακόμη αντισπασμωδικό, καπνισμοί θυμαριού κατευνάζουν το λουμπάγκο. Κατά της δυσπεψίας και των αερίων. Αντισηπτικό, απολυμαντικό, κατευναστικό στη βρογχίτιδα, τον κοκκύτη και του επίμονου βήχα. Είναι ακόμη κατά των πονόδοντων, Αποσμητικό που βοηθά τον ύπνο. Είναι κατά των αυτοδηλητηριάσεων, κατά της διάρροιας, της δυσεντερίας και αντιπυρετικό. Υπάρχουν και καλλωπιστικές ποικιλίες που καλλιεργούνται σε διάφορους κήπους. Στην Ελλάδα υπάρχουν 23 αυτοφυή είδη και τα πιο σημαντικά είναι: 1.-Αγριοθυμάρι. Μικρός θάμνος με βλαστούς ξυλώδεις ξαπλωμένους. Βρίσκεται σε πολλές βραχώδεις, ορεινές, ξηρές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.Κοντά στις περιοχές όπου φύεται το άγριο θυμάρι τοποθετούνται κυψέλες με μέλισσες και παράγεται εκλεκτό μέλι. 2.-Χαμοθρούμπι. Πολύ κοινό σε διάφορες πεδινές περιοχές και λιβάδια της Μακεδονίας και της Θράκης. 3.-Σμάρι ή θυμάρι της Aττικής. Βρίσκεται σε διάφορες βραχώδεις περιοχές της Αττικής, της Αχαΐας, Κορινθίας και Ολύμπου. Δικτυότοποι για το θυμάρι:
|
| Τσάι του βουνού | |
![]() |
Πολυετής πόα ύψους έως 50 εκ. Έχει φύλλα αντίθετα, χνουδωτά, λίγο οδοντωτά. Τα βράκτια είναι σχετικά μεγάλα, με χαρακτηριστικό σχήμα –απότομα μυτερά- και υπερκαλύπτουν τα άνθη. Βρίσκεται σε πετρώδεις και βραχώδεις θέσεις, σε μεγάλα υψόμετρα. Είναι ενδημικό του Ταϋγέτου και του Πάρνωνα. Καταναλώνεται ευρύτατα στην Ελλάδα για τη κατασκευή αφεψημάτων και επειδή το μεγαλύτερο μέρος των φυτών που καταναλώνονται προέρχεται από αυτοφυείς πληθυσμούς, κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Το τσάι του Ταϋγέτου είναι ονομαστό για το άρωμά του και τις ευεργετικές επιδράσεις που έχει στον ανθρώπινο οργανισμό. Σύμφωνα με την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 05-06-1997 ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ τσάι μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη του καρκίνου, ενεργοποιώντας τη χημική ουσία καθεπσίν, είδος πρωτεϊνάσης η οποία βρίσκεται σε όλα τα κύτταρα, ανακοίνωσαν Αμερικανοί ερευνητές. «Ένα από τα σημαντικότερα συστατικά του πράσινου τσαγιού παρεμποδίζει την παραγωγή της ουροκινάσης, ενός ενζύμου που συμβάλλει στην ανάπτυξη του καρκίνου», αναφέρουν στην επιστολή τους προς το επιστημονικό περιοδικό «Nature» ο Γέρζι Γιανκούν της Ιατρικής Σχολής του Οχάιο και οι συνεργάτες του. Το μαύρο τσάι - ο τύπος τσαγιού που καταναλώνεται κυρίως στις δυτικές χώρες - δεν έχει την ίδια λειτουργία με το πράσινο τσάι, καθώς η τεχνική επεξεργασία καταστρέφει όλα τα ευεργετικά στοιχεία του. Τσάι. Δέντρο (Camellia sinensis= Camellia thea), της οικογένειας των τεϊδών, προερχόμενο από το Ασσάμ. Καλλιεργείται στην Ινδία, την Κεϋλάνη, την Ιαπωνία, την Ιάβα και την Κένυα. Τα φύλλα του είναι πλούσια σε καφεϊνη, τανίνη, ουσίες αρωματικές. Τα φύλλα αποξηραίνονται και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του ομώνυμου αφεψήματος. Τα φύλλα μαζεύονται όταν το φυτό φτάσει το τρίτο έτος της ζωής του. Τα φύλλα που μαραίνονται με ατμό αμέσως μετά τη συγκομιδή και εκτίθενται στον ήλιο αποτελούν το πράσινο τσάϊ. Εκείνα που ζυμώνονται περισσότερς φορές και καβουρδίζονται περισσότερο, αποτελούν το μαύρο τσάι. Δικτυότοποι για το τσάι του βουνού: 3ο Λύκειο Ν. Φιλαδέλφειας - τσάι του βουνού
|
| Χαμομήλι | |
![]() |
Το χαμομήλι πήρε το όνομά του από το άρωμά του (μήλο του εδάφους) και ο πρώτος που αναφέρει τις ευεργετικές του ιδιότητες είναι ο πατέρας της Ιατρικής ο Ιπποκράτης. που το θεωρούσε εμμηναγωγό και φάρμακο κατά της υστερίας. Η μονοετής πόα, (Ματρικάρια το χαμαίμηλον) της οικογένειας των Συνθέτων, είναι φυτό αρωματικό και φαρμακευτικό, ύψους μέχρι 35 εκατοστά, με λείο βλαστό, πολύκλαδο και όρθιο. Τα φύλλα είναι φτεροσχιδή και τα άνθη είναι σε ακραία κεφάλια ασπροκίτρινα. Αυτοφύεται σε χέρσα και καλλιεργημένα μέρη και η άνθηση που αρχίζει τον Απρίλιο διαρκεί μέχρι και τον Ιούνιο. Από τα άνθη του, που συλλέγονται όταν ανοίξουν καλά, παρασκευάζεται ένα από τα καλύτερα ευστόμαχα αφεψήματα. Ποικιλίες του χαμομηλιού καλλιεργούνται, γιατί το αφέψημά τους έχει καταπραϋντικές και θεραπευτικές, στις τοπικές φλογώσεις, ιδιότητες. Τα άνθη επίσης θεωρούνται αντιπυρετικά, ευκοίλια, χολαγωγά, σιελογόνα, εμμηνάγωγα, σπασμολυτικά, αντιαλλεργικά, επουλωτικά, καταπραϋντικά των νεύρων, αεραγωγά, ανθιλμινθικά και ορεκτικά. Δικτυότοποι για το χαμομήλι:
|
| Έλατο | |
![]() |
Το υπέροχο αυτό κωνοφόρο δέντρο το βρίσκουμε σε 3 είδη σε όλη τη χώρα. Το πρώτο είδος είναι η Κεφαλληνιακή Ελάτη (Abies chephalonica). Είναι ενδημικό είδος της χώρας μας και αμιγείς συστάδες βρίσκουμε στην Κεφαλονιά εξου και το όνομα του. Θα το συνετίσουμε από το νότιο άκρο της Πελοποννήσου μέχρι την κεντρική Ελλάδα. Υπήρχε και στην Πάρνηθα μέχρι το φετινό καλοκαίρι Το δεύτερο είδος είναι η Λευκή Ελάτη ( Abies alba) Είναι το Έλατο της κεντρικής Ευρώπης, το χαρακτηριστικό δέντρο στις Άλπεις. Στην χώρα μας θα το βρούμε σε κάποια σημεία στα βόρεια σύνορα μας. Το τρίτο είδος είναι η Υβριδογενής Ελάτη (Abies borisii regis ) είναι υβρίδιο από τα δυο άλλα είδη. Θα το βρούμε από την κεντρική Ελλάδα ως τα βόρεια σύνορα. Επίσης υπάρχει και σε όλη την βαλκανική χερσόνησο. Το όνομα της προέρχεται από έναν Σέρβο πρίγκιπα. Το έλατο λοιπόν είναι αειθαλές κωνοφόρο δέντρο και ανήκει στην οικογένεια Pinaceae μαζί με τα πεύκα και την Ερυθρελατη. Μέγιστο ύψους 35μ, του αρέσει η σκιά και για αυτό θα το δούμε σε νεαρή ηλικία κάτω από άλλα δέντρα όπως το δασικό και μαύρο πεύκο και η οξυα. Έχει μεγάλες ανάγκες σε νερό και χρειάζεται βαθιά και χαλαρά εδάφη με καλή αποστράγγιση και μεγάλη σχετική υγρασία αέρα. Από τα τρία είδη πιο ανθεκτικό στην ξηρασία είναι η Υβριδογενής Ελάτη. Το υψόμετρο που το συναντάμε είναι από τα 600μ μέχρι και τα 2000μ όπου τελειώνουν τα δάση και αρχίζουν οι αλπικές περιοχές. Κωνικόμορφα δέντρα με έντονο βαθύ πράσινο χρώμα. Βελόνες κοντές και μεμονωμένες σε σπειροειδή διάταξη ή δίσειρη, με 2 λευκές γραμμές στο κάτω μέρος τους. Κώνοι κυλινδρικοί και όρθιοι στα κλαδιά που διαλύονται μετά την ωρίμανση. Ρητινοφόρα και αρωματικά. Στα πρώτα χρόνια που χρειάζονται σκιά η ανάπτυξη τους είναι πολύ αργή. Μπορούμε να υπολογίσουμε την ηλικία των νεαρών δέντρων από το αριθμό τον ορόφων που δημιουργούν τα κλαδιά. Κάθε όροφος και χρόνος. Τα νεαρά βλαστάρια μπορούν να γίνουν τσάι αν τα μαζέψουμε νωρίς το Φεβρουάριο. Είναι αντισκορβουτικό, διουρητικό, και κατά των καταρροϊκών προσβολών των βρόγχων και της κύστεως. Επίσης χρησιμοποιείτε κατά της λευκόρροιας, και σαν τοπικές επιθέσεις (κατάπλασμα) σε χοιραδικά έλκη που είναι άτονα και γαγγραινώδη. Το Έλατο δεν θα μπορούσε να λείπει από την Ελληνική Μυθολογία. Ονομαζόταν από τους αρχαίους Έλληνες Πίτυς όπως και το πεύκο, και ήταν το ιερό δέντρο του θεού Πάνα. Αυτός είχε κάποτε ερωτευθεί την νύμφη Πίτυ που άρεσε και στον Βοριά. Η Πίτυς προτίμησε τον Πάνα που έκανε λιγότερο θόρυβο, κι ο Βοριάς για να την εκδικηθεί την φύσηξε και την γκρέμισε κάτω από ένα βράχο. Εκεί την βρήκε ξεψυχισμένη ο Πάνας και την μεταμόρφωσε στο ιερό του δέντρο έλατο. Από τότε η νύμφη έκλαιγε κάθε φορά που φυσούσε ο βοριάς και τα δάκρυά της είναι οι σταγόνες ρετσινιού που στάζουν κάθε φθινόπωρο από τα κουκουνάρια του έλατου. Δικτυότοποι για το έλατο:
|
| Πεύκο | |
![]() |
Τα πεύκα είναι γυμνόσπερμα, αειθαλή, ρητινοφόρα κωνοφόρα δένδρα με 90 περίπου είδη ανά τον κόσμο, που ανήκουν στην οικογένεια Πευκίδες λατ. Pinaceae. Δικτυότοποι για το πεύκο:
|
| Βελανιδιά (δρυς) | |
![]() |
Η βελανιδιά ή βαλανιδιά ή δρυς (λατ. Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας των φηγιδών (λατ. Fagaceae) με 531 αυτοφυή είδη του βόρειου ημισφαίριου της γης [1]. Είναι δέντρα ψηλά, αιωνόβια που βρίσκονται είτε σε πεδινές είτε σε ορεινές περιοχές. Ο καρπός της βελανιδιάς είναι το βελανίδι, χρήσιμο για ζωοτροφές και στη βυρσοδεψία. Το ξύλο όλων των ειδών είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα. Χρησιμοποιείται στην οικοδομική, ναυπηγική, επιπλοποιία, στην κατασκευή σανίδων, δοκαριών και παρασκευάζονται από αυτό ξυλάνθρακες πολύ καλής ποιότητας. Τα κυριότερα είδη που βρίσκονται στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι: 1. Η ήμερη βελανιδιά (δρυς αιγίλωψ, λατ. Quercus aegilops). Φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος και ευδοκιμεί σε θερμό και ξηρό περιβάλλον, βρίσκεται στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου σε πεδινές περιοχές, καθώς και στους πρόποδες των βουνών. Τα φύλλα της είναι δερματώδη, ωοειδή με οξείες παρυφές , χνουδωτά. Ο καρπός της είναι σκληρό κάρυο κυπελλοφόρο και μονόσπερμο. Το κύπελλο του καρπού φέρει πυκνά αγκαθωτά λέπια. Πάντως υπάρχουν και άκαρπα δέντρα και αυτό αποδίδεται στην κακή ανθοφορία. Το ξύλο της είναι βαρύ και πολύ σκληρό. Στην Ελλάδα βρίσκεται στις Κυκλάδες, βόρειες Σποράδες, Αττική, Ρόδο, Κρήτη, Θεσσαλία και Βοιωτία. Από τα κύπελλα των καρπών βγαίνει εκχύλισμα που είναι χρήσιμο στη βαφική και τη βυρσοδεψία. 2. Η δρυς η έμμισχος (λατ. Quercus robur). Φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα και σχηματίζει μεγάλα δάση στις περιοχές της Βορείου και κεντρικής Ευρώπης Ο κορμός της έχει χρώμα γκριζωπό ή σκούρο γκρίζο και ο φλοιός βαθιές ρωγμές. Τα φύλλα της αναπτύσσονται μαζί με τα άνθη και είναι ενωμένα, λεία και έχουν ακανόνιστους λοβούς. Τα βαλανίδια έχουν χαρακτηριστικό μακρύ ποδίσκο. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλές ορεινές περιοχές και σε υψόμετρο από 800-1000 μέτρα. Είναι γνωστή και με τις ονομασίες ρουπάκι, ρένια και ροτούκι. 3. Η δρυς η άμισχος (δρυς η πετραία, λατ. Quercus petraea). Διαφέρει από την έμμισχο στο ότι τα βαλανίδια της έχουν μικρό μίσχο. Μαζί με την έμμισχο αποτελούν τις άγριες βελανιδιές. 4. Δρυς η Μακεδονική (λατ. Quercus trojana). Φτάνει σε ύψος τα 20 μέτρα και βρίσκεται στις περιοχές των Βαλκανίων. Στην Ελλάδα βρίσκεται με μεμονωμένα δέντρα σε δασικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. 5. Η δρυς η κήρρις (λατ. Quercus cerris). Συγγενικό είδος με τα προηγούμενα. Βρίσκεται σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα είναι αναμεμειγμένη με άλλα δέντρα. Γνωστή και με τις ονομασίες τσέρο και ρουπάκι. Ο φλοιός της έχει βαθιές, ευθύγραμμες ρωγμές και τα βελανίδια της είναι μεγάλα, μακριά με κύπελλο που φέρει πολλά λέπια. 6. Η λατζιά (δρυς η κληθρόφυλλη, λατ. Quercus alnifolia), θαμνώδες αειθαλές ενδημικό είδος της Κύπρου. 7. Το πουρνάρι ή πρίνος (δρυς η κοκκοφόρος, λατ. Quercus coccifera), θαμνώδης αείφυλλος σκληρόφυλλος θάμνος με ευρεία εξάπλωση στην περιοχή της Μεσογείου. 8. Η δρυς η βαφική (λατ. Quercus infectoria), ημιφυλλοβόλο δέντρο με εξάπλωση από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι το ΝΔ. Ιράν. Δικτυότοποι για τη βελανιδιά:
|
| Οξιά | |
![]() |
Η Οξιά (Fagus) είναι ένα γένος δέκα ειδών φυλλοβόλων δέντρων που συναντώνται στην Ευρώπη, Ασία και Βόρειο Αμερική. Είναι δέντρο μεγάλο, μέχρι 35 μέτρα ύψος, φυλλοβόλο με κορμό ευθύ και κόμη σε νεαρή ηλικία κωνική ενώ όταν το δέντρο γεράσει μετατρέπεται σε πλατιά θολωτή. Φυτρώνει σε υψόμετρο από 500 μ. μέχρι 1800 μ. Τα φύλλα της είναι κατ'εναλλαγή δίσειρα, επιμήκη ελλειψοειδή ως αντίστροφα ωοειδή, μήκους 5-15 εκ. και πλάτους 2,5-8 εκ. πολύ ή λίγο οξύκορφα. Οι καρποί της είναι κάρυα ανά 2-3 μέσα σε ξυλώδες κύπελλο, που σκεπάζεται από βράκτια. Τα είδη της οξιάς είναι τα εξής: Fagus crenata - Ιαπωνική οξιά Στην Ελλάδα συναντώνται η Δασική οξιά και η Οξιά ανατολική. Δικτυότοποι για την οξιά: Κέντρο περ. εκπαίδευσης Καστοριάς - οξιά |