logo museum

Σχετικοί ιστότοποι | Σπάνια πανίδα | Σπάνια χλωρίδα| Επιλεγμένα ζώα | Επιλεγμένα φυτά | Ιστορίες & παραμύθια

Επιλεγμένα ζώα

Περιεχόμενα:

Αγριόγατα

Αλεπού

Ασβός

Λαγός

Λύκος

Πεταλούδα

Σκίουρος

Τσακάλι

 

Δρυοκολάπτης

Κορμοράνος

Κουκουβάγια

Κύκνος

Μπούφος

Πελαργός

Σταχτοτσικνιάς

Στικταετός

Αγριόγατα

agriogata

 

 

 

Πιο ογκώδης και μεγαλόσωμος από την κατοικίδια γάτα, ο αγριόγατος ξεχωρίζει κυρίως από τη φουντωτή ουρά του που έχει μήκος γύρω στα 30 εκ., φαρδαίνει προς την άκρη και στολίζεται με σκούρες ρίγες. Το κεφάλι του είναι επίσης πιο ογκώδες από της γάτας. Το τρίχωμά του έχει ποικιλία καστανόξανθων τόνων.
Νύχια μυτερά, δόντια κοφτερά
Ως τυπικό σαρκοφάγο, όλα του τα δόντια είναι οξύαιχμα, κατάλληλα για το σκίσιμο του κρέατος. Δε μασάει την τροφή του, απλά την τεμαχίζει και την καταπίνει. Όπως και τα άλλα αιλουροειδή πιάνει τη λεία του με τα νύχια και την αποτελειώνει με μια δαγκωνιά στο λαιμό. Κυνηγάει συνήθως το βράδυ, στήνοντας καρτέρι έξω από τις τρύπες των ποντικιών, καμιά φορά σκαρφαλωμένος σε κάποιο δέντρο ή βράχο. Η διατροφή του βασίζεται κατά 90% σε ποντίκια, ενώ ευκαιριακά τρώει μικρά πουλάκια, βατράχια, έντομα, σαλιγκάρια, μυγαλές, λαγούς, σκίουρους, κ.ά.
Κοινωνική ζωή
Μοναχικά ζώα, οι αγριόγατοι διαμένουν – αν η τροφή είναι άφθονη – σε μια συγκεκριμένη περιοχή, μέσα στην οποία χρησιμοποιούν σταθερές διαδρομές. Τις διαδρομές αυτές τις σημαδεύουν με εκκρίσεις αδένων που βρίσκονται στα πόδια τους αλλά και με τα ούρα ή τα κόπρανά τους. Κάθε άτομο του ίδιου φύλου υπερασπίζεται μια διακριτή επικράτεια, ενώ ένα αρσενικό και ένα θηλυκό μπορούν να μοιράζονται σε κάποιο βαθμό το χώρο.
Λόγω του μοναχικού τρόπου ζωής, οι πυκνότητες των πληθυσμών του αγριόγατου είναι πολύ χαμηλές, περίπου 2 – 3 άτομα ανά 10 τ. χμ.
Κατανομή – Απειλές
Ο αγριόγατος είναι είδος με πολύ ευρεία κατανομή. Ζει σε δάση, σαβάνες και στέπες από τη δυτική Ευρώπη ως τη δυτική Κίνα και την κεντρική Ινδία καθώς και σε όλη την Αφρικανική ήπειρο. Αναγνωρίζονται 3 υποείδη. το ευρωπαϊκό, το ασιατικό και το αραβικό – αφρικανικό. Αυτό το τελευταίο θεωρείται και ο άγριος πρόγονος της γάτα. Στην Ελλάδα, ο αγριόγατος εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας, σε ποικιλία βιότοπων από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι και τα 1.500 περίπου μέτρα. Οι κυριότερες απειλές για τον αγριόγατο σήμερα είναι η υποβάθμιση των βιότοπών του και η διακοπή της επικοινωνίας μεταξύ επιμέρους πληθυσμών. Ένα άλλο πρόβλημα για τους πληθυσμούς του αγριόγατου, που συχνά είναι συνέπεια των προηγούμενων, είναι η διασταύρωσή του με τις κατοικίδιες γάτες. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, ο αγριόγατος είναι πιθανόν να εξαφανίστηκε από δηλητηριασμένα δολώματα.

Δικτυότοποι για την αγριόγατα:

Δημοτικό σχολείο Ρίζου - αγριόγατα

Πράσινο - αγριόγατα

Δήμος Τοπείρου Ξάνθης - αγριόγατα

Βικιπαίδεια - αγριόγατα

 

Αλεπού
al

 

 

 

Η αλεπού (Vulpes vulpes) είναι θηλαστικό της οικογένειας Κυνίδες. Το πιο γνωστό είδος είναι η κόκκινη αλεπού. Το τρίχωμά της είναι κοκκινωπό με λευκά το κάτω μέρος των ποδιών κα το άκρο της ουράς της. Εξωτερικά μοιάζει λίγο με τον σκύλο, αλλά η ουρά της είναι πολύ πιο φουντωτή και το τρίχωμά της πιο πυκνό. Φτάνει σε μήκος τα 90εκ. και ζυγίζει 7-10 κιλά. Τα πόδια της είναι κοντά και λεπτά, και έτσι η ουρά της της χρησιμεύει και σαν μέσο ισσοροπίας.

Κυκλοφορεί περισσότερο την νύχτα για να βρεί την τροφή της, η οποία μπορεί να είναι κουνέλια, ποντίκια, ακόμα και καρποί ή άλλες φυτικές τροφές. Πολλές φορές καταστρέφει τα κονικλοτροφεία και τα κοτέτσια των ανθρώπων. Όταν έρχεται ο καιρός της αναπαραγωγής, το θηλυκό σκάβει μια φωλιά με δαιδαλώδεις διαδρόμους μέσα σε μια περιοχή η οποία ανήκει σ' ένα συγκεκριμένο αρσενικό. Μετά από 50 ημέρες, γεννιούνται μικρά τα οποία για τις πρώτες 2 εβδομάδες είναι τυφλά. Η μητέρα τους τους φέρνει τροφή καθημερινά, και κάθε φορά που γυρίζει στην φωλιά της ακολουθεί διαφορετικό δρόμο.

Η κόκκινη αλεπού ζει στην Ευρώπη και στην Ασία. Υπάρχουν όμως άλλα είδη αλεπούδων, όπως η αρκτική αλεπού (Alopex Lagopus), που ζει στις πολικές περιοχές.

Δικτυότοποι για την αλεπού:

Βικιπαίδεια - αλεπού

Πράσινο - αλεπού

 

Ασβός
ασβός

Οι ασβοί είναι ζώα με μικρό μέγεθος που η γούνα τους είναι κυρίως μαύρη με άσπρη, είναι μικρά και δεν ξεπερνούν τα τριάντα εκατοστά. Σαν όπλο τους έχουν την αποβολή εκκρίσεων με άσχημη μυρωδιά που απομακρύνει τον εχθρό τους. Γεννιέται στις αρχές τις άνοιξης και σε έξι μήνες από τη γέννησή του, ζει πλέον μόνος του. Η φωλιά του ασβού αποτελείται από άχυρο. Μένει μέσα σε αυτή κατά όλη τη διάρκεια της μέρας, σαν νυχτόβιο ζώο που είναι, ενώ σε όλη του τη ζωή έχει ένα μόνο σύντροφο, με τον οποίο ζούνε μαζί στην ίδια φωλιά.

Δικτυότοποι για τον ασβό:

Βικιπαίδεια - ασβός

Γυμνάσιο Πλατανιά - ασβός

Μάνη - ασβός

 

Λαγός
lagos

Απαντάται σε όλη την Ευρώπη , Μ.Ασία Αραβία Β.Αφρική έχει επίσης εισαχθεί στην Αμερική Αυστραλία Ν Ζηλανδία . Λόγω της μεγάλης εξάπλωσης το είδος παρουσιάζει διάφορες από τόπο σε τόπο πχ στη νότια Ευρώπη είναι μικρότερος με κοντότερο τρίχωμα από ότι στη βόρειο Ευρώπη . Περιγραφή Το σώμα του είναι επίμηκες με μήκος 50-60 εκατ. και ύψος 20-30 και βάρος 3-6 κιλά. Το θηλυκό είναι κατά κανόνα μεγαλύτερο από το αρσενικό . Το κεφάλι του είναι μεγάλο και ωοειδές και τα μάτια του βρίσκονται λοξά και πλάγια του κεφαλιού.
Τα αυτιά είναι μακριά και όρθια ,ευκίνητα και πιο μακριά από το κεφάλι, όταν τοποθετηθούν προς τα εμπρός . Το κάτω μέρος του σώματος λευκό ,ουρά 7-10 εκατ. στο πάνω μέρος μαύρο και στο κάτω λευκό.

Το τρίχωμα του αλλάζει δύο φορές το χρόνο μία το φθινόπωρο και μια την άνοιξη .(πιο αραιό και ανοιχτόχρωμο).

Βιότοπος . Τον συναντάμε σε ποικιλία βιοτόπων εκτός από πολύ μεγάλα υψόμετρα πάνω από 1500μ και τις πολύ ψυχρές και υγρές περιοχές. Άριστος βιότοπος αποτελούν οι αραιοί θαμνότοποι η τα αραιά δάση κοντά σε γεωργικές εκτάσεις ,περιοχές δηλαδή που μπορεί να βρει άφθονη τροφή και καλούς κρυψώνες.

Διατροφή Η τροφή του περιλαμβάνει τρυφερά χόρτα ,χυμώδεις καρπούς ,δημητριακά και σε περιόδους που αυτά δεν υπάρχουν σε αφθονία μπορεί να τραφεί και με νεαρούς βλαστούς , φλοιούς θάμνων ,κάστανα ,βελανίδια. Το απαραίτητο νερό το παίρνει με τη τροφή ,πίνει νερό μόνο κατά την διάρκεια μεγάλης ξηρασίας και όταν θηλάζει τα νεογνά.

Διάφορα. Είναι μοναχικό είδος ,ζει μόνιμα σε μια περιοχή ακτίνας 500μ και δύσκολα την εγκαταλείπει(όταν δεν υπάρχει τροφή, η έχει συνεχή ενόχληση).Κολυμπά καλά αλλά μόνο όταν απαιτηθεί λόγω κινδύνου. Κινείται κυρίως τις πρωινές και απογευματινές ώρες, ενώ όταν είναι πανσέληνος καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας. Τη μέρα παραμένει κρυμμένος μέσα στη φωλιά του, λιάζεται ή κάνει αμμόλουτρα.

Κατά τις μετακινήσεις του χρησιμοποιεί τα ίδια μονοπάτια τα οποία σημαδεύει με εκκρίματα τα οποία προέρχονται από αδένες του προσώπου . Ο λαγός τρίβει τα πόδια του στο πρόσωπο του και έτσι τα εκκρίματα κολλούν στα πόδια του και μεταφέρονται με το βάδισμά του ( στα πέλματα των ποδιών του δεν υπάρχουν οσμοποιοί αδένες). Η σήμανση της περιοχής ενδημίας γίνεται και με οσμοποιούς αδένες που βρίσκονται στη βάση του πρωκτού .
Κατά την διάρκεια της ημέρας κρύβεται συνήθως κάτω από θάμνους , σε κοιλότητες του εδάφους και όχι σε υπόγειες στοές . Έχει περισσότερες από μία κρυψώνες και διαλέγει αυτή που βρίσκεται σε κατεύθυνση αντίθετη από αυτή του αέρα για να μην μπορούν να τον εντοπίσουν οι εχθροί του.

Σχεδόν πάντα δεν κατευθύνεται αμέσως στη φωλιά του αλλά εκτελεί παραπλανητικές διαδρομές προκειμένου να ξεγελάσει τους εχθρούς του και τελικά κάνοντας μεγάλα άλματα δεξιά, αριστερά και ένα μεγαλύτερο άλμα 1-1,5 μ. κάθεται στη φωλιά του . Η παραπάνω συμπεριφορά του συμβαίνει και στα πιο νεαρά άτομα και αυτό δείχνει ότι είναι έμφυτο .

Ο λαγός σπάνια εγκαταλείπει τον κρυψώνα του ακόμα και όταν ο κίνδυνος βρίσκεται σε απόσταση τριών μέτρων , κάνοντας πολλούς να πιστεύουν ότι κοιμάται με ανοιχτά μάτια. Μπορεί να αναπτύξει μεγάλες ταχύτητες αλλά η κατασκευή των ποδιών του δυσκολεύει την κίνηση του στις κατηφόρες ενώ στην ανηφορική κίνηση είναι πιο γρήγορος. Πολλές φορές όταν κινδυνεύει παράγει οξείς ήχους χτυπώντας το έδαφος με τα πόδια του ή τρίβοντας τα δόντια του, τέτοιοι ήχοι δημιουργούνται σε διαπληκτισμούς μεταξύ του , την περίοδο της αναπαραγωγής , την συνουσία και πριν τον θηλασμό των μικρών .

Αισθήσεις : Έχει πολύ καλή ακοή και όσφρηση . Η πλάγια τοποθέτηση των ματιών έχει σαν αποτέλεσμα την περιορισμένη μπροστινή δυνατότητα , αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα να διακρίνει ακόμα και τον άνθρωπο όταν είναι σε κοντινή απόσταση μπροστά του και δεν κινείται. Στα πλάγια όμως έχει μια ευρείας γωνίας ορατότητα.

Αναπαραγωγή : Αναπαράγεται από τον Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο αλλά η περίοδος αυτή μπορεί να αλλάξει λόγω καιρικών συνθηκών. Είναι είδος πολυγαμικό . Γεννά τέσσερις πέντε φορές τον χρόνο από 2-4 μικρά (περισσότερα στο μέσο της αναπαραγωγικής περιόδου και λιγότερα στην αρχή και στο τέλος. Τα νεογνά γεννιούνται κάθε 30 -35 μέρες η κύηση όμως διαρκεί 42-44 μέρες . Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η μήτρα είναι δισχεδής με αποτέλεσμα να διακρατεί δύο γέννες ταυτόχρονα . Έτσι λοιπόν πριν τον τοκετό γονιμοποιείται ξανά, το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται σε άλλο θηλαστικό και είναι γνωστό ως επικύηση . Ο θηλασμός διαρκεί 2-3 εβδομάδες και τα μικρά γίνονται ανεξάρτητα μετά από τριάντα μέρες και ωριμάζουν σεξουαλικά μετά από 7-8 μήνες . Η διάρκεια της ζωής του λαγού είναι 7-8 χρόνια.

Φυσικοί εχθροί : Ο αριθμός τους είναι πολύ μεγάλος από όλα τα σαρκοφάγα , λύκος , αλεπού , αγριόγατα κ.λ.π μέχρι και τα αρπακτικά γεράκια , αετοί κ.λ.π

Ο πληθυσμός παρουσιάζει έντονες αυξομειώσεις οι οποίες στην Βόρεια Ευρώπη έχουν μια κανονικότητα ( κάθε 9-10 χρόνια) ,ενώ στα πιο εύκρατα κλίματα οι αυξομειώσεις αυτές είναι ακανόνιστες . Για την ελάττωση του πληθυσμού των λαγών επιδρούν πολλές φορές συμπληρωματικά οι παρακάτω παράγοντες : α) ποσότητα και ποιότητα της τροφής β) κλιματικοί παράγοντες γ) μεγάλος αριθμός και ανταγωνισμός στην εξεύρεση τροφής .
Οι παραπάνω λόγοι έχουν σαν αποτέλεσμα την μείωση του ρυθμού της αναπαραγωγής και την ελάττωση της αντοχής τους σε ασθένειες

Δικτυότοποι για το λαγό:

Μάνη - λαγός

Πράσινο - λαγός

 

Λύκος
likos

 

 

 

Κανένα άλλο ζώο δεν έχει πλουτίσει τους μύθους και τις παραδόσεις των λαών όλου του κόσμου όπως ο λύκος. Σύμβολο δύναμης και ελευθερίας στοιχειώνει με την παρουσία του θρύλους και παραμύθια εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Ο πρώτος πρόγονος του λύκου εμφανίστηκε πριν από 54 εκ. χρόνια στη Β. Αμερική ενώ ο λύκος στη σημερινή του μορφή πριν από 1,5 εκ. χρόνια. Ο λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας. Πριν από μερικούς αιώνες ο λύκος ζούσε σε όλα τα μέρη του Βόρειου ημισφαιρίου του πλανήτη μας. Από τον 14ο αιώνα και ύστερα από συστηματικές προσπάθειες εξόντωσής του, εξαφανίστηκε από 14 χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης, ενώ στις χώρες που ζει, ο πληθυσμός του έχει μειωθεί δραματικά. Στην Ελλάδα ο λύκος δεν ζει πια στην Πελλοπόνησο και την Κρήτη και τον συναντάμε μόνο σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η μείωση της φυσικής λείας του λύκου και η αρνητική εικόνα που έχει διαμορφωθεί γι’ αυτόν στη συνείδηση των ανθρώπων σε συνδυασμό με τους άλλους κινδύνους που απειλούν το είδος οδηγούν στη μείωση των πληθυσμών −με κύριο αίτιο τον άνθρωπο.
Στις μέρες μας ο “κακός λύκος” των παραμυθιών δεν είναι παρά ένα τρωτό είδος που χρειάζεται προστασία.
Χαρακτηριστικά: Βασίλειο: Animalia, Φύλο: Chordata, Κλάση: Mammalia, Τάξη: Carnivora, Οικογένεια: Canidae, Γένος: Canis, Μήκος: 100 -160 εκατοστά, Βάρος: 15 - 80 κιλά   
Καθεστώς:  Ο λύκος προστατεύεται σε όλη την Ευρώπη από τη νομοθεσία, με τη Σύμβαση της Βέρνης και την Οδηγία 92/43 της ΕΕ.  Στην Ελλάδα, ο λύκος έπαψε να θεωρείται επιζήμιο είδος από το 1991 και χαρακτηρίζεται επίσημα «τρωτό» είδος.
Περιγραφή:
Ο λύκος αποτελεί τον μεγαλύτερο σε μέγεθος εκπρόσωπο της οικογένειας των κυνοειδών (Canidae) και χαρακτηρίζεται από υψηλή νοημοσύνη και ανεπτυγμένη κοινωνική οργάνωση. Ο πρώτος πρόγονος του λύκου εμφανίστηκε πριν από 54 εκατ. χρόνια στη Β. Αμερική ενώ πήρε τη σημερινή του μορφή πριν 1,5 εκατομμύριο χρόνια. Ο λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας. Ο θεός Απόλλωνας συχνά αναφέρεται ως Λύκειος. Αυτή είναι μια επίκληση του Απόλλωνα ως θεού του φωτός που δηλώνει την καταγωγή των λέξεων λυκόφως και λυκαυγές. Εξάπλωση: Ο λύκος (Canis lupus) υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας που κάλυπτε όλο σχεδόν το Βόρειο Ημισφαίριο.  Σήμερα εξαιτίας των συστηματικών προσπαθειών εξόντωσης έχει χάσει μεγάλο μέρος της ιστορικής του επικράτειας.  Στην Ευρώπη, εκτός από τη χώρα μας, λύκους συναντά κανείς σε μικρούς πληθυσμούς στις Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, στις σκανδιναβικές χώρες, σε μεγαλύτερους πληθυσμούς στα ανατολικά της Ευρώπης ενώ πρόσφατα επανεμφανίστηκε στις Γαλλία, Ελβετία και Γερμανία.  Στην Ελλάδα η εξάπλωσή του εκτείνεται σε όλο σχεδόν το ηπειρωτικό ανάγλυφο της χώρας,  βόρεια της Βοιωτίας.
Βιότοπος: Ο λύκος είναι εξαιρετικά προσαρμοστικό είδος και ζει σε πολλές ημιορεινές και ορεινές ηπειρωτικές περιοχές. 
Βιολογία: Κοινό χαρακτηριστικό των πληθυσμών λύκου ανά τον κόσμο είναι η κοινωνική οργάνωση σε μικρές ή μεγάλες ομάδες, τις αγέλες. Ο πυρήνας μιας αγέλης είναι το κυρίαρχο αναπαραγωγικό ζεύγος που μπορεί να παραμείνει μαζί για όλη του τη ζωή. Ο λύκος φτάνει σε αναπαραγωγική ηλικία μετά τους 22 μήνες. Η λύκαινα γεννά μία φορά το χρόνο, την άνοιξη, μετά από κύηση 63 συνήθως ημερών, κατά μέσο όρο 3 έως 7 μικρά. Η διασπορά των νεαρών λύκων, όταν συμβαίνει, αρχίζει από την ηλικία του ενός έτους. Τα νεαρά ζώα εγκαταλείπουν σταδιακά την περιοχή όπου γεννήθηκαν, σε αναζήτηση δικής τους επικράτειας. Η κατασκευή του σώματος του και οι θηρευτικές του ικανότητες έχουν προσαρμοστεί έτσι ώστε να μπορεί να ακινητοποιεί εύκολα τη λεία του.  Διαθέτει μεγάλο κεφάλι και δυνατές σιαγόνες (δύο φορές πιο ισχυρό δάγκωμα από αυτό του σκύλου), στενό στέρνο, ψηλά πόδια και ελαφρύ σκελετό (προσαρμογή για τη διάνυση μεγάλων αποστάσεων αντοχής), κινείται τρέχοντας ή περπατώντας γρήγορα οκτώ με δέκα ώρες τη μέρα διανύοντας αρκετά χιλιόμετρα. Ενώ ως σαρκοφάγο, ο λύκος έχει εξελιχθεί ώστε να τρέφεται κυρίως με άγρια φυτοφάγα ζώα (οπληφόρα), σε περίπτωση που αυτά εκλείπουν ή έχουν ελαττωθεί σημαντικά, τότε στρέφεται σε μικρότερα σπονδυλόζωα, κτηνοτροφικά ζώα, ή ακόμα και σε ανθρωπογενείς πηγές τροφής (σκουπίδια, νεκρά ζώα). Οι λύκοι χρησιμοποιούν όλες τους τις αισθήσεις για να εντοπίσουν και να καταδιώξουν τη λεία τους. Εντοπίζουν κινούμενα αντικείμενα από πολύ μεγάλες αποστάσεις και διαθέτουν ικανοποιητική νυκτερινή όραση. Οι πιο ανεπτυγμένες αισθήσεις τους είναι η ακοή και η όσφρηση. Το μέγεθος της ρινικής τους κοιλότητας είναι 14 φορές μεγαλύτερο συγκρινόμενο αναλογικά με του ανθρώπου. Οι λύκοι επικοινωνούν μεταξύ τους με ποικιλία ήχων κυρίως όμως φανερώνουν τις διαθέσεις και τις προθέσεις τους με εκφράσεις του προσώπου και συγκεκριμένες στάσεις του σώματος.
Απειλές:  Η ελάττωση της φυσικής λείας του λύκου (ελάφι, ζαρκάδι, αγριογούρουνο) που οφείλεται σε ανθρωπογενείς παράγοντες, τον στρέφει προς τα κτηνοτροφικά ζώα σε συνδυασμό με τη  σταδιακή χαλάρωση εφαρμογής μεθόδων και τρόπων πρόληψης των ζημιών συνιστά γεγονός που επιτείνει τη σύγκρουση ανθρώπου-λύκου.  Οι παγάνες και τα δηλητηριασμένα δολώματα συνεχίζουν να αποτελούν ευρύτατα διαδεδομένες πρακτικές  θανάτωσης λύκων αν και ο νόμος, ήδη από το 1993, απαγορεύει αυστηρά τη χρήση τους. Επίσης, η επέκταση της ανθρώπινης δραστηριότητας ακόμα και σε δυσπρόσιτες και απομακρυσμένες περιοχές, τα μεγάλα τεχνικά έργα που υλοποιήθηκαν και συνεχίζουν να υλοποιούνται, χωρίς επαρκή περιβαλλοντικό σχεδιασμό, η διάνοιξη εκτεταμένου και ανεξέλεγκτου δικτύου δασικών δρόμων, η επέκταση των βοσκοτόπων και η μείωση των δασικών εκτάσεων, οδηγούν σταδιακά στην υποβάθμιση των βιοτόπων του λύκου απειλώντας την επιβίωσή του.
Δράσεις: Ο ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ δραστηριοποιείται από το 1998 για τη διατήρηση των πληθυσμών του λύκου σε όλη την Ελλάδα με έμφαση στις περιοχές που αποτελούν βιότοπο του λύκου και βρίσκονται κάτω από τον 39ο παράλληλο (Στερεά Ελλάδα), όπου ο λύκος αποτελεί προστατευόμενο είδος. Οι δράσεις στοχεύουν στη μελέτη και διατήρηση των πληθυσμών του λύκου στην Ελλάδα καθώς και στη βελτίωση της σχέσης λύκου και ανθρώπου. Πιο συγκεκριμένα, οι δράσεις αφορούν σε:

  • Συγκέντρωση στοιχείων για την κατανομή και τον πληθυσμό του λύκου στην Ελλάδα
  • Προληπτικά μέτρα για την προστασία του κτηνοτροφικού κεφαλαίου
  • Δράσεις που σχετίζονται με την ενίσχυση της φυσικής λείας του λύκου
  • Κτηνιατρική περίθαλψη και φιλοξενία λύκων που προέρχονται από αιχμαλωσία στο Καταφύγιο του Λύκου
  • Ευαισθητοποίηση του κοινού
  • Λειτουργία Κέντρου Ενημέρωσης για το Λύκο


Η περιπέτειά του λύκου κατά τους τελευταίους αιώνες
Κανένα άλλο ζωικό είδος δεν έχει πλουτίσει τους μύθους και τις παραδόσεις των λαών του βόρειου ημισφαιρίου, όπως ο λύκος. Σύμβολο δύναμης αλλά και φόβου, εμπλουτίζει με την παρουσία του, θρύλους και παραμύθια, εδώ και χιλιάδες χρόνια, αποτελώντας τον κύριο ανταγωνιστή του ανθρώπου στα πρώτα βήματά του ως τροφοσυλλέκτη και κυνηγού. Ο λύκος, πριν από μερικούς αιώνες, αποτελούσε το είδος με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στο βόρειο ημισφαίριο μετά τον άνθρωπο. Εξαφανίστηκε από πολλά μέρη, στα οποία «ανθεί» ο ανθρώπινος πολιτισμός (Ευρώπη-Βόρεια Αμερική). Στην Ελλάδα σήμερα, ο ελάχιστος δυνατός πληθυσμός υπολογίζεται σε 500-700 άτομα η κατανομή των οποίων, περιλαμβάνει τις κεντρικές και βόρειες, ορεινές και ημιορεινές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στις περιοχές αυτές, ο λύκος επιβιώνει σε πολλές μικρές και απομονωμένες μεταξύ τους ομάδες, με εντονότερη παρουσία όπου υπάρχει νομαδική κτηνοτροφία ή όπου υφίστανται ακόμη μεγάλα ορεινά συγκροτήματα χωρίς έντονη ανθρώπινη παρουσία. Ο λύκος εξαφανίστηκε από την Πελοπόννησο στο τέλος της δεκαετίας του ‘30.
Η νομοθετική προστασία του
 Ο λύκος περιλαμβάνεται:
α) στα αυστηρά προστατευόμενα είδη στο ANNEX II της σύμβασης της Βέρνης, που έχει υπογραφεί το 1979 από όλες τις χώρες της Ε.Ε. και
β) στην οδηγία 92/43/Ε.Ε., όπου χαρακτηρίζεται ως πρωτεύον για προστασία είδος κάτω από τον 39ο παράλληλο.
Σε εθνικό επίπεδο τα νομοθετικά μέτρα προστασίας που έχουν θεσπισθεί περιλαμβάνουν:
α) την κατάργηση αμοιβής για το φόνο λύκου (1980)
β) την εξαίρεσή του από τη λίστα των «επιβλαβών» (1991)
γ) την απαγόρευση χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων (1980)
δ) την απαγόρευση της κατοχής λύκων από ιδιώτες (1969)
 Επιπλέον, ο λύκος περιλαμβάνεται επίσης και στο «κόκκινο βιβλίο» για τα απειλούμενα είδη της Ελλάδας.
Το σύστημα αποζημιώσεων από τον ΕΛ.Γ.Α. (Ελληνικές Γεωργικές Ασφαλίσεις), παρ’ ότι υφίσταται, παρέχει αποζημιώσεις που δεν καλύπτουν το 100% του ύψους της ζημιάς σε ζωικό κεφάλαιο και που καταβάλλονται αρκετά καθυστερημένα.
Οι κίνδυνοι που τον απειλούν
 Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που απειλούν τον λύκο είναι:
I. Ο φόνος από κτηνοτρόφους και κυνηγούς.
II. Η χρήση δολωμάτων.
III. Η σύλληψη των κουταβιών από τις φωλιές.
IV.   Ο υβριδισμός λύκου-σκύλου είτε λόγω της χαμηλής πυκνότητας των πληθυσμών του λύκου και της αντίθετα υψηλής των περιπλανώμενων σκύλων (συμβαίνει περιστασιακά να ζευγαρώνουν άτομα από τα δυο είδη και να γεννιούνται υγιή και συχνά γόνιμα υβρίδια), είτε εσκεμμένα από παράνομους κατόχους αιχμάλωτων λύκων έχοντας την εσφαλμένη εντύπωση πως θα δημιουργήσουν λυκόσκυλα.
V. Η όχληση λόγω αυξημένης πυκνότητας του οδικού δικτύου σε ευαίσθητες για το λύκο περιοχές.
VI. Η απώλεια ζωτικών στοιχείων του βιοτόπου του, όπως οι πληθυσμοί άγριων οπληφόρων.
VII.   Ο κατακερματισμός του γεωγραφικού χώρου, όπου κινείται το ζώο, από μεγάλης κλίμακας τεχνικά έργα. Η επικοινωνία μεταξύ των πληθυσμών του είναι καθοριστική για την επιβίωση του λύκου καθώς οι εποχικές μετακινήσεις για εξεύρεση τροφής είναι συχνές και εκτεταμένες.

Δικτυότοποι για το λύκο:

Βικιπαίδεια - λύκος

Αρκτούρος - λύκος

Καλλιστώ - λύκος

ΑΠΘ - λύκος

 

Πεταλούδα
petalouda

Η πεταλούδα είναι έντομο της Τάξης των Λεπιδόπτερων και ανήκει σε μία από τις υπεροικογένειες των Hesperioidea (Εσπερίες) ή των Papilionoidea (όλες οι άλλες πεταλούδες). Οι πεταλούδες ανήκουν στο φύλο των αρθρόποδων και την τάξη των εντόμων. Τα είδη τους υπερβαίνουν τον αριθμό των 100.000 σε όλο τον κόσμο. Έχουν μακριές κεραίες, δύο ζεύγη φτερών καλυμμένα με πολύχρωμα λέπια, διαθέτουν στοματικά μόρια μυζητικού τύπου και οι κεραίες τους ποικίλλουν ανάλογα με το είδος.

Η μεταμόρφωσή τους από την στιγμή της γέννησης, σε μορφή κάμπιας (προνύμφες), είναι τεράστια. Έχουν σκωληκόμορφο σώμα και μασητικό στοματικό τύπο, ενώ συχνά διαθέτουν μεταξοειδείς αδένες και με τα λεπτά στρώματα μεταξιού που παράγουν, δημιουργούν ένα κουκούλι, στο οποίο εισέρχονται και μετατρέπονται σε χρυσαλίδες. Όταν βγαίνουν από το κουκούλι, έχουν πλέον τη μορφή ενήλικης πεταλούδας. Οι πεταλούδες είναι φυτοφάγες και συχνά το μεγαλύτερο τμήμα τους παρουσιάζει περιπτώσεις σεξουαλικού διμορφισμού. Τα Λεπιδόπτερα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τα ομοιόνευρα, στα οποία οι τέσσερις φτερούγες παρουσιάζουν όμοιες πτυχώσεις και τα ετερόνευρα στα οποία οι πίσω φτερούγες έχουν μειωμένες πτυχώσεις.

Ανήκουν στη τάξη των εντόμων και υπάρχουν περισσότερα από 100.000 είδη σε όλο τον κόσμο. Έχουν μακριές κεραίες, 2 ζεύγη φτερών καλυμμένα με πολύχρωμα λέπια, τα στοματικά μόρια είναι μυζητικού τύπου και οι κεραίες τους ποικίλλουν ανάλογα με το είδος.

Η μεταμόρφωσή τους από την στιγμή της γέννησης, σε μορφή κάμπιας (προνύμφες), είναι τεράστια. Έχουν σκωληκόμορφο σώμα και μασητικό στοματικό τύπο, ενώ συχνά διαθέτουν μεταξοειδείς αδένες και με τα λεπτά στρώματα μεταξιού που παράγουν δημιουργούν ένα κουκούλι, όπου εισέρχονται και μετατρέπονται σε χρυσαλίδες. Όταν βγαίνουν από το κουκούλι έχουν μεταμορφωθεί σε πεταλούδες.

Στην αρχαία Ελλάδα οι πεταλούδες ονομάζονταν «ψυχές», καθώς πιστευόταν ότι είναι οι ψυχές των νεκρών. Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν «σκώληξ η καμπή», ενώ τη χρυσαλλίδα, το επόμενο στάδιο από την κάμπια, «νεκύδαλλο», που σημαίνει «περίβλημα νεκρού».

Οι πεταλούδες είναι φυτοφάγες και συχνά επιζήμιες για τη γεωργία. Το μεγαλύτερο μέρος τους παρουσιάζει περιπτώσεις σεξουαλικού διμορφισμού. Τα Λεπιδόπτερα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τα ομοιόνευρα, στα οποία οι τέσσερις φτερούγες παρουσιάζουν όμοιες πτυχώσεις και τα ετερόνευρα στα οποία οι πίσω φτερούγες έχουν μειωμένες πτυχώσεις.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα 236 αναγνωρισμένα είδη ελληνικών πεταλούδων. (Η πολύ μεγαλύτερη σε έκταση Ισπανία διαθέτει 225 είδη, η Ιταλία 250-260 και η επίσης πλούσια σε πεταλούδες Τουρκία διαθέτει 350 είδη). Μερικά από αυτά είναι η Polyommatus menelaos, Plepejus eurypilus pelopides και Turanana endymion taygetica που συναντάται στην Πελοπόννησο. Άλλα ενδιαφέροντα είδη είναι τα Papilio machaon, Colias aystralis, Heodes tityrus, Syntarucus pirithous, Lampides boeticus, Celastrina argiolus, Pseudophilotes Vicrana, Syrichtus proto, Erynnis marloyi κ.ά. Υπάρχουν 13 ενδημικά είδη πεταλούδας που απαντώνται μόνο στην Ελλάδα, από τα οποία τα τέσσερα ζουν στην Κρήτη και ένα στη Χίο. Σε 48 ανέρχονται τα είδη που έχουν ασιατική προέλευση και από αυτά τα 35 δεν ζουν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.


Δικτυότοποι για την πεταλούδα:

Βικιπαίδεια - πεταλούδα

Μάνη - πεταλούδα

Βήμα science - πεταλούδα

 

Σκίουρος

σκιοθροσ

 

 

 

Προστατεύεται από τη σύμβαση της Βέρνης, από το ΠΔ 67/1981 και από το ΚΒ-IUCN.  Είναι τρωκτικό είδος που ζει στα δένδρα. Μοναχικό ζώο, δραστηριοποιείται την ημέρα, για το λόγο αυτόν μπορεί κάποιος να τον συναντήσει. Ζει σε δάση πλατύφυλλων, κωνοφόρων, αλλά και σε μεικτά δάση. Αν και δεν απειλείται, κινδυνεύει γενικότερα από την ευρεία χρήση φυτοφαρμάκων στη γεωργία. Θηρευτές του είναι αρπακτικά πουλιά. Η φωλιά του βρίσκεται συνήθως σε τρύπες στα δένδρα, σε ύψος πάνω από 5 μ.. Το χειμώνα παραμένει μέσα στη φωλιά του, όπου αποθηκεύει από το καλοκαίρι σπόρους με τους οποίους τρέφεται.

Αναγνώριση: Έχει μήκος περίπου 25 εκ. και με την ουρά του φθάνει τα 45 εκ. Το χρώμα του είναι το καλοκαίρι κόκκινο-καφέ και το χειμώνα γκρι-καφέ. Η κοιλιά είναι ανοιχτόχρωμη. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αποτελεί η φουντωτή ουρά του. Συνήθως, κάθεται στα πίσω πόδια που είναι πολύ μεγαλύτερα από τα μπροστινά. Το χειμώνα σχηματίζονται τούφες γύρω από τα αυτιά που είναι σχετικά μεγάλα.

Δικτυότοποι για το σκίουρο:

Δήμος Προσοτσάνης - σκίουρος

Βικιπαίδεια - σκίουρος

 

Τσακάλι

τσακάλι

 

 

 

Βιολογία
Το μήκος του σώματος του μαζί με το κεφάλι φτάνει τα 88-96 εκ. και το βάρος του μέχρι τα 15 κιλά, χαρακτηριστικό που το διαφοροποιεί από το "συγγενή" του λύκο, καθώς ο ενήλικος λύκος ξεπερνά το 1 μέτρο και φτάνει έως και το 1,40. 
Το χρώμα του τσακαλιού είναι συνήθως σκοτεινό κίτρινο με μελανές αποχρώσεις κατά μήκος της ράχης. Η ουρά είναι φουντωτή και το τρίχωμα είναι πολύ μακρύτερο στην περιοχή της ράχης συγκριτικά με το υπόλοιπο σώμα.
Είναι ζώο παμφάγο. Τρέφεται κυρίως με μικρόσωμα ζωικά είδη, φρούτα, καρπούς, νεκρά ζώα, ενώ μπορεί και να επιτεθεί και σε αιγοπρόβατα με στόχο τα νεαρότερα μέλη του κοπαδιού. Προτιμά βιοτόπους με πυκνή βλάστηση, χαράδρες αλλά και κοντά σε υγρότοπους με πολλούς καλαμιώνες.
 Στη Μεσόγειο ζει σε χαμηλό υψόμετρο, κυρίως στην παραλιακή ζώνη. Εξαπλώνεται σε ελάχιστες περιοχές των Βαλκανίων, ενώ από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει μόνο στην Ελλάδα.
Στον ελλαδικό χώρο δεν έχει καθολική εξάπλωση, καθώς δεν συναντάται στα νησιά (με εξαίρεση τη Σάμο), ενώ απουσιάζει και από πολλές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας.
Μετά τον ένα περίπου χρόνο της ζωής του σχηματίζει σταθερά ζευγάρια και το θηλυκό γεννά, σε υπόγειες φωλιές με πυκνή βλάστηση συνήθως 3-6 μικρά τα οποία έχουν πολύ μικρό ποσοστό επιβίωσης.
Κίνδυνοι - Απειλές
Μέχρι το 1990 ήταν "επικηρυγμένο" είδος από την πολιτεία και δινόταν αμοιβή για τη θανάτωση του από τα δασαρχεία. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία μόνο την περίοδο 1974-1980 θανατώθηκαν 7.000 άτομα. Τα ερευνητικά προγράμματα του WWF Ελλάς δείχνουν ότι οι πληθυσμοί του τσακαλιού έχουν μειωθεί δραματικά τα τελευταία 25 χρόνια, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι απαραίτητοι για την επιβίωσή του, βιότοποι απειλούνται με ολοκληρωτική καταστροφή με την επέκταση των αστικών περιοχών εις βάρος των φυσικών οικοτόπων και τις πυρκαγιές. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα καταφύγια του -τα μεσογειακά δάση και οι θαμνότοποι, οι υγρότοποι, καθώς και τα παραδοσιακά αγροσυστήματα - είναι τα σημαντικότερα, σε βιοποικιλότητα, χερσαία οικοσυστήματα της Ελλάδας.

Δικτυότοποι για το τσακάλι:

WWF - τσακάλι

Μάνη - τσακάλι

Πράσινο - τσακάλι

Livepedia - τσακάλι

Δήμος Προσοτσάνης - τσακάλι

 

Δρυοκολάπτης
dryokolaptis

1 - Η ζωή του: Ζει στα δάση της πατρίδας μας και στις δασώδεις περιοχές όλου σχεδόν του κόσμου, εκτός από τη Μαδαγασκάρη και μερικές περιοχές της Αυστραλίας.

2 - Το σώμα του: Το μήκος του σώματός του κυμαίνεται από 9 - 55 εκστμ. και έχει χρώμα ασπρόμαυρο και λίγο πρασινωπό. Έχει μακρύ λαιμό, μεγάλο κεφάλι και ράμφος αρκετά μακρύ και ισχυρό, για να μπορεί να βρίσκει εύκολα την τροφή του στις φλούδες των δέντρων ή στα ξύλα όπου ανοίγει τρύπες. Έχει νύχια μυτερά στα δύο μπροστινά δάχτυλα του κάθε ποδιού, που τον βοηθούν να στηρίζεται εύκολα στους κορμούς των δέντρων. Σ` αυτό τον βοηθά επίσης και η ουρά του, που έχει σκληρά φτερά.

3 - Τροφή - Πολλαπλασιασμός: Ο δρυοκολάπτης πετά από δέντρο σε δέντρο και χτυπά δυνατά τον κορμό του. Από τον κρότο καταλαβαίνει ποιο δέντρο είναι κούφιο και χωρίς να χάσει καιρό ανοίγει με το ράμφος του τρύπες, χώνει μέσα τη μακρουλή και κολλώδη γλώσσα του και μαζεύει σκουλήκια, προνύμφες και έντομα που βρίσκονται εκεί μέσα. Από όλα τα είδη ο δρυοκολάπτης της Ν Αφρικής είναι ο μόνος που δεν τρυπά τις φλούδες ή τα ξύλα των δέντρων. Τρέφεται με έντομα και σκουλήκια που βρίσκει μέσα στην ξερή λάσπη. Στη λάσπη επίσης κατασκευάζει και τη φωλιά του. Όλοι οι άλλοι φτιάχνουν τη φωλιά τους στις κουφάλες των δέντρων ή ανοίγουν τρύπες στους κορμούς των δέντρων, σε χοντρούς πασσάλους και σε τηλεφωνικούς στύλους. Εκεί το θηλυκό γεννά μέχρι τρεις φορές το χρόνο από 5 - 8 αβγά την κάθε φορά και τα κλωσά 16 ημέρες.

4 - Είδη: Στην οικογένεια των δρυοκολαπτιδών ανήκουν 210 είδη. Τα πιο γνωστά είδη στην πατρίδα μας είναι: ο δρυοκολάπτης ο χλωρός ή χλωρίων, η πίπρα ή πίπος ή πιπώ των αρχαίων και ο κελεός ή κολεός κατά τον Αριστοτέλη. Λέγεται και σπέλεκος, ξυλοφάς ή ξυλοφάγος, σαρακοφάγος, τρυπόξυλο, καλοτύπης και τσικλιτάρα. Άλλα είδη επίσης γνωστά στην Ελλάδα είναι ο δενδροκόπος ή δρυοβάτης ο μέγας, η μεγάλη τσικλιτάρα ή ζιγκλιάρα, ο δενδροκόπος ο λευκόνωτος ή παρδαλή τσικλιτάρα, ο δενδροκόπος ο μικρός ή μικρή τσικλιτάρα, ο δενδροκόπος ο μέτριος, ο δενδροκόπος ο μέγας ή μαύρη τσικλιτάρα και ο ίυγξ ή μυρμηγκοφάγος, καλλιαγός, σφοντύλι, γλωσσάς, αναγελάστρα και στραβολαίμης.

Από τα γνωστά και χαρακτηριστικά είδη που ζουν στις ξένες χώρες είναι: ο πράσινος, που ζει στις Ινδίες και στην Ευρώπη, εκτός από το ΝΑ τμήμα της. Όμοιος στο σχήμα, αλλά μεγαλύτερος, είναι ο τεφρόχρους, που ζει στη Β Ευρασία και στις Άλπεις. Ο μαύρος, που ζει επίσης στην Ευρασία. Στο γένος "δρυομπάτης", διαδομένο στην Ευρασία, ανήκουν διάφορα είδη όπως ο "ερυθρός" με λευκή ράχη και ο "ερυθρός ο μικρός". Αυτοί διαφέρουν από τους άλλους στο ότι μπορούν να εξημερωθούν πολύ εύκολα. Στις νοτιοδυτικές περιοχές της Β Αμερικής ζει ο δρυοκολάπτης των κάκτων, που τρέφεται με καρπούς των κάκτων και σαρκώδεις καρπούς του ιξού. Τη φωλιά του, που έχει σχήμα κατακόρυφης φιάλης και μήκος 40 εκστ., φτιάχνει στους κορμούς των κάκτων.

5 - Σημασία για τον άνθρωπο: Ο δρυοκολάπτης είναι αρκετά ωφέλιμο πτηνό, γιατί ζει αποκλειστικά με βλαβερά σκουλήκια και έντομα, γι` αυτό οι γεωργοί τον αγαπούν και οι κυνηγοί δεν τον πειράζουν, αφού άλλωστε το κρέας του δεν προσφέρεται για τροφή.

Δικτυότοποι για το δρυοκολάπτη:

Livepedia - δρυοκολάπτης

Trikalasport - δρυοκολάπτης

 

Κορμοράνος
kormoranos

Ο Κορμοράνος (Phalacrocorax carbo) είναι ένα διαδεδομένο θαλασσοπούλι. Συναντάται σε πολλά μέρη στην Ευρώπη, Ασία και Αφρική και στην Ανατολική Ακτή της Βόρειας Αμερικής.

Είναι μεγάλο μαύρο πουλί, που το μήκος του κυμαίνεται στα 77-94 εκατοστά και με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 121-149 εκατοστά. Έχει μακριά ουρά και λευκό πηγούνι, ενώ τα ενήλικα άτομα την περίοδο της αναπαραγωγής αποκτούν λευκές κηλίδες στους μηρούς και λευκό φτέρωμα στο κεφάλι. Χαρακτηριστικό του κορμοράνου είναι ο κίτρινος λαιμός του που διακρίνεται εύκολα. Τα νεαρά άτομα είναι γενικότερα πιο ανοιχτόχρωμα.

Ζει συνήθως κοντά στη θάλασσα, σε λιμνοθάλασσες, λίμνες και ποτάμια. Το χειμώνα αποδημεί προς το Νότο κατά μήκος των ακτών.

Στην Ελλάδα μπορούμε να τον συναντήσουμε το Χειμώνα καθώς έρχεται από την Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη στην Ελλάδα, κυρίως στο Θερμαϊκό και Σαρωνικό κόλπο αλλά και σε ορισμένες λίμνες, όπως τη Μικρή Πρέσπα και την Κερκίνη. Συναντάται επίσης και στο Δέλτα του Αξιού. Συχνά τον βλέπουμε να κάθεται σε στήλους και βράχια κοντά στη θάλασσα ή σε λίμνες και ποτάμια με ανοιχτές τις φτερούγες για να τις στεγνώσει. Άριστος κολυμβητής και καλός ψαράς.Φωλιάζει σε δέντρα και βράχια κοντά σε υγρότοπους, φτιάχνοντας τη φωλιά του από φύκια, αλλά μερικές φορές και στην ενδοχώρα. Γεννάει την άνοιξη 3-4 αβγά τα οποία κλωσσάνε και οι δύο γονείς επί 28 -31 μέρες.

Δικτυότοποι για τον κορμοράνο:

Βικιπαίδεια - κορμοράνος

Ορνιθολογική - κορμοράνος

Δήμος Καλλονής - κορμοράνος

 

Κουκουβάγια
koukouvagia

Η κουκουβάγια είναι πτηνό της μεγάλης οικογένειας των Γλαυκίδων και συναντάται στο μεγαλύτερο τμήμα της Γης σε περισσότερα από 200 είδη. Είναι ένα μοναχικό, νυχτόβιο αρπακτικό πουλί που δεν μεταναστεύει ποτέ. Έχει οξύτατη ακοή και όραση, χάρη στα μεγάλα αυτιά της και τα μεγάλα στρόγγυλα μάτια της. Διαθέτει ράμφος σαν αυτό του γερακιού και τρέφεται με μικρά θηλαστικά και έντομα.

Από την αρχαιότητα η κουκουβάγια ταυτιζόταν με τη σοφία. Οι αρχαίοι Έλληνες την αποκαλούσαν Γλαυξ και την θεωρούσαν το σύμβολο της θεάς Αθηνάς. Ενδεικτική της λατρείας των αρχαίων Ελλήνων για το πτηνό αυτό είναι η αναφορά του Αλεξανδρινού λεξικογράφου Ησύχιου, σύμφωνα με την οποία, πριν ξεσπάσει η ναυμαχία της Σαλαμίνας, είχε πετάξει μια κουκουβάγια ως προάγγελος της νίκης των Ελλήνων.

Απαντάται όλο το χρόνο. Αντίθετα με τις υπόλοιπες κουκουβάγιες είναι ημερόβιο πουλί. Κυνηγάει όμως μόνο την αυγή και το σούρουπο. Βρίσκεται σε ανοικτές εκτάσεις με δένδρα, στα όρια του δάσους και σε γεωργικές εκτάσεις. Φωλιάζει σε κουφάλες δένδρων, σχισμές βράχων, σε εγκαταλελειμμένα λαγούμια, αλλά και σε παλιά σπίτια και στάβλους. Τρέφεται κυρίως με έντομα και τρωκτικά.

Αναγνώριση: Είναι ένα πολύ όμορφο μικρό σχετικά πουλί. Το μήκος της φθάνει τα 25 εκ. Τα μάτια της είναι ιδιαίτερα μεγάλα. Το χρώμα του πτερώματος είναι καφετί-καστανό με πολλές ακανόνιστες κηλίδες. Το χρώμα της κοιλιάς είναι πιο ανοιχτόχρωμο.

Δικτυότοποι για την κουκουβάγια:

Δήμος Προσοτσάνης - κουκουβάγια

Βικιπαίδεια - κουκουβάγια

Malinoiscanary - κουκουβάγια

 

Κύκνος
kyknos

Οι κύκνοι είναι μεγαλόσωμα υδρόβια πτηνά τής οικογένειας Anatidae, στην οποία περιλαμβάνονται οι χήνες και οι πάπιες. Οι περισσότεροι κύκνοι κατατάσσονται στο γένος Κύκνος (Cygnus). Κατατάσσονται μαζί με το συγγενές είδος των χηνών στην υποοικογένεια των Anserinae και σχηματίζουν το φύλο Cygnini, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρούνται μέλη της ξεχωριστής υποοικογένειας Cygninae.

Χαρακτηριστικά
Έχουν μακρύ λαιμό, αναλογικά βαρύ σώμα, μεγάλα πόδια, ενώ πετούν με αργά χτυπήματα τών φτερών και τον λαιμό εκτεταμένο. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι το μήκος τού λαιμού τους, ο οποίος φέρει 23-25 σπονδύλους, αντί των 18-19 που φέρουν τα υπόλοιπα Χηνόμορφα. Τα είδη που ζουν στο Βόρειο Ημισφαίριο έχουν μια πολύ επιμήκη τραχεία, η οποία συστρέφεται στο στέρνο, διάταξη που απαντάται και στα Γερανόμορφα.

Μεταναστεύουν πετώντας σε διαγώνιο σχηματισμό ή σε σχηματισμό V, πετώντας σε μεγάλο ύψος. Κανένα άλλο υδρόβιο πουλί δεν φτάνει την ταχύτητα με την οποία κινείται είτε στο νερό είτε στον αέρα. Τρέφονται με υδρόβια φυτά τσαλαβουτώντας επιφενειακά στα ρηχά νερά, και όχι με κατάδυση. Είτε κολυμπούν είτε στέκονται, τα είδη Cygnus olor και Cygnus atratus συχνά διπλώνουν το ένα πόδι πίσω στην πλάτη. Το αρσενικό και το θηλυκό έχουν παρόμοια εμφάνιση.


Κύκνος του είδους Cygnus olor, Σλοβενία.Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, οι κύκνοι παράγουν μια ποικιλία φωνών. Είναι κοινωνικοί, εκτός από την περίοδο τής αναπαραγωγής. Τότε κάθε ζευγάρι απομονώνεται στην εδαφική του περιοχή, την οποία υπερασπίζεται σθεναρά εναντίον των καταπατητών. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαθέσιμη εδαφική ζώνη είναι περιορισμένη, τα πουλιά φωλιάζουν σε αποικίες. Η φωλιά, η οποία χτίζεται συνήθως στις όχθες και μερικές φορές επιπλέει, αποτελείται από έναν σωρό υδρόβιων φυτών, τα οποία συλλέγουν τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό. Τρέφονται με σπόρους και ρίζες φυτών, σκουλήκια και όστρακα.

Οι κύκνοι ζευγαρώνουν με έναν σύντροφο ισόβια. Η ερωτική συμπεριφορά τους περιλαμβάνει αμοιβαίο βύθισμα του ράμφους ή στάσεις με τα κεφάλια τους ενωμένα. Το θηλυκό επωάζει κατά μέσον όρο 6 αβγά, ανοιχτόχρωμα και χωρίς κηλίδες, ενώ το αρσενικό είναι άγρυπνος φύλακας, ενώ σε μερικά είδη το αρσενικό συμμετέχει και στην επώαση. Σε περίπτωση επίθεσης, αφού απωθήσουν τον εχθρό, οι κύκνοι παράγουν μια θριαμβευτική κραυγή, όπως και οι χήνες.

Τα μικρά γεννιούνται με κοντό λαιμό και χνουδωτά, αν και είναι ικανά να πετούν και να κολυμπούν μόλις μερικές ώρες αφού εκκολαφθούν. Οι γονείς τα φροντίζουν προσεκτικά για πολλούς μήνες, ενώ σε ορισμένα είδη η μητέρα τα μεταφέρει στην πλάτη της. Τα νεαρά, ανώριμα άτομα φέρουν γκρι ή καφέ στικτό φτέρωμα για 2 ή και περισσότερα χρόνια. Οι κύκνοι ενηλικιώνονται κατά το 3ο ή 4ο έτος και ζουν πιθανόν 20 χρόνια σε φυσική κατάσταση και μέχρι 50 χρόνια σε κατάσταση αιχμαλωσίας.

Είδη

Κύκνος του είδους Cygnus olor, Ηνωμένο Βασίλειο.Από τα 7 είδη συνολικά (μερικά από αυτά αποτελούν για ορισμένους ορνιθολόγους υποείδη) τα 5 είναι ολόλευκα, με μαύρα πόδια και απαντούν στο Βόρειο Ημισφαίριο:

Ο βουβόκυκνος (Cygnus olor), με ένα μαύρο εξόγκωμα στη βάση του πορτοκαλιού ράμφους, με καμπύλη στάση τού λαιμού και με έντονη κύρτωση τών φτερών. Το είδος αυτό είναι ιθαγενές της Ασίας, από όπου και εισήχθη στην Ευρώπη κυρίως ως διακοσμητικό κατά τον Μεσαίωνα και μετά σε όλο τον κόσμο.
Ο αγριόκυκνος (είδος Cygnus cygnus) είναι ένα επιθετικό πουλί, με μαύρο ράμφος, που έχει μια διακριτή κίτρινη βάση. Το υποείδος Cygnus cygnus buccinator, ή «κύκνος-τρομπέτα», ονομάζεται έτσι εξαιτίας της δυνατής κραυγής που παράγει η οποία ακούγεται πολύ μακριά, ενώ το ράμφος του είναι ολόμαυρο.
Ο νανόκυκνος (είδος Cygnus bewickii) έχει παρόμοια χαρακτηριστικά αλλά είναι μικρότερος και πιο ήσυχος.
Το είδος Cygnus columbianus με μαύρο ράμφος και συνήθως μια κίτρινη κηλίδα κοντά στο μάτι. Ορισμένοι ορνιθολόγοι κατατάσσουν τα 3 τελευταία είδη στο γένος Olor, διατηρώντας την ονομασία Cygnus για τον βουβόκυκνο.

Κύκνος του είδους Cygnus olor, Ηνωμένο Βασίλειο.Στο Νότιο Ημισφαίριο ζει ο μεγάλος κύκνος (στην Αυστραλία) και 2 είδη με ροζ πόδια (στη Νότια Αμερική): το είδος Cygnus melancoryphus, ένα ιδιαίτερα ευερέθιστο αλλά όμορφο πουλί, με λευκό σώμα, μαύρο λαιμό και κεφάλι και ένα προεξέχον κόκκινο φύμα στο ράμφος και τον κοσκορόμπα (είδος Coscoroba coscoroba), ένα ολόλευκο πουλί, που συχνά θεωρείται ως ο μικρότερος κύκνος, αν και θεωρείται επίσης ότι μπορεί να έχει συγγένεια και με τις αγριόπαπιες.

Στην Ελλάδα ζουν τρία είδη κύκνων:

ο βουβόκυκνος,
ο αγριόκυκνος και
ο νανόκυκνος
Το πρώτο αποδεδειγμένα κλωσάει τα αβγά του στο Δέλτα του Έβρου, στην τεχνητή λίμνη του Άγρα στην Έδεσσα, στη λίμνη Ορεστιάδα της Καστοριάς και περιστασιακά, σε άλλους υγροβιότοπους. Τα δύο άλλα είδη κάνουν την εμφάνισή τους σπανιότερα, ως περιπλανώμενα ή διαβατικά.

Δικτυότοποι για τον κύκνο:

Βικιπαίδεια - κύκνος

Livepedia - κύκνος

 

Μπούφος
μποθφοσ

Είναι το μεγαλύτερο Ευρωπαϊκό νυχτόβιο πουλί με ύψος 70 εκ., που φωλιάζει σε τρύπες βράχων ή κουφάλες δέντρων. Κυνηγάει το σούρουπο και την αυγή θηλαστικά και πουλιά.

Προέλευση: Ευρώπη, από Σιβηρία ως Κεντρική Ασία, Δ. Κίνα και Κορέα.


Διατροφή: Κυρίως θηλαστικά, από αρουραίους μέχρι λαγούς και σκαντζόχοιρους. Επίσης μεσαίου ως μεγάλου μεγέθους πουλιά, όπως πάπιες.


Πληροφορίες: Κυρίως νυκτόβιο. Συνήθως ζει σε αραιοκατοικημένες και απρόσιτες περιοχές.

Ασυνήθιστο και σε ορισμένες περιοχές ακόμα και σπάνιο. Ο πληθυσμός του μειώθηκε κατά την δεκαετία του '60 στις Μεσογειακές χώρες εξ' αιτίας του φαινομένου μειξοαιμάτωσης που έπληξε μεγάλο αριθμό κουνελιών.

Δικτυότοποι για τον μπούφο:

Μάνη - μπούφος

Livepedia - μπούφος

Αττικό πάρκο - μπούφος

 



Πελαργός
pelargos

Είναι ο πιο κοινός πελαργός της χώρας μας. Διαχειμάζει στην Αφρική και έρχεται στην Ελλάδα την άνοιξη. Όταν μεταναστεύει δεν οργανώνεται σε σμήνη, αλλά ταξιδεύει ακατάστατα. Τοποθετεί τη φωλιά του, εκτός από τα δένδρα, σε ανθρώπινες εγκαταστάσεις (καμπαναριά, κολώνες ΔΕΗ, καμινάδες, κ.λ.π.). Είναι πολύ κοινωνικό είδος. Τρέφεται με ψάρια, βατράχια, τρωκτικά, σκουλήκια, και σαλιγκάρια.

Αναγνώριση: Το μέγεθός του φθάνει το 1 μ. Το φτέρωμά του σώματος είναι λευκό και των φτερών μαύρο. Το ράμφος του είναι γυαλιστερό, μυτερό και κόκκινο. Κόκκινα είναι και τα πόδια του. Όταν πετάει έχει το λαιμό του τεντωμένο προς τα εμπρός. Την περίοδο του ζευγαρώματος κροταλίζει ρυθμικά το ράμφος του.

Οι πελαργοί,κοινώς λέλεκες ή λελέκια, είναι μεγάλα πουλιά με μακρυά πόδια και μακρύ λαιμό, τα οποία ανήκουν στην οικογένεια των Ciconiidae. Ζουν στις θερμότερες περιοχές του πλανήτη και σε ξηρότερα κλίματα από άλλα παρόμοια πουλιά όπως οι ίβεις. Οι πελαργοί δεν μπορούν να κρώξουν γιατί δεν έχουν φωνητικό όργανο και παράγουν κρότους με το ράμφος τους. Αρκετά είδη τους είναι αποδημητικά. Τρώνε συνήθως βατράχους, ψάρια, έντομα, σκουλήκια και μικρά πουλιά ή θηλαστικά. Υπάρχουν 19 είδη πελαργών σε έξη γένη.

Δικτυότοποι για τον πελαργό:

Δήμος Προσοτσάνης - πελαργός

Βικιπαίδεια - πελαργός

 

Σταχτοτσικνιάς
σταχτοτσικνιάς

O πιο τυπικός και διαδεδομένος ερωδιός. Είναι ο μεγαλύτερος στην Ευρώπη με 90 εκ. ύψος περίπου. Ο σταχτοτσικνιάς ξεχωρίζει από το σταχτί πάνω μέρος του , λευκωπό από κάτω και το χαρακτηριστικό λοφίο του. Το ράμφος του είναι κίτρινο και μακρύ, την περίοδο της αναπαραγωγής γίνεται κοκκινωπό. Διαλέγει λίμνες, ποτάμια με άφθονή βλάστηση και καραδοκεί πολύ ώρα ακίνητος μέσα ή κοντά στο νερό μέχρι να εμφανιστεί η λεία του . Στη λεία του συγκαταλέγονται συνήθως ψάρια, σαύρες, βατράχια, σκουλήκια, σαλιγκάρια αλλά και ποντίκια. Στήνει την φωλιά του πάνω σε δένδρα ή μέσα στις καλαμιές κατά αναπαραγωγικές αποικίες. Γεννάει τον Μάρτιο – Απρίλιο 4-5 ανοιχτόχρωμα γαλάζια αυγά και το κλώσσημα διαρκεί 25-26 ημέρες. Οι νεοσσοί πετούν μόλις συμπληρώσουν 50 ημέρες ζωής. Στη δεκαετία του 80 σε μελέτες καταγραφής της ορνιθοπανίδας που έγιναν στον υγροβιότοπο ο σταχτοτσικνιάς αναφέρονταν ως αναπαραγόμενο. Σήμερα τον συναντάμε κατά την μεταναστευτική περίοδο και ορισμένα άτομα διαχειμάζουν.

Δικτυότοποι για το σταχτοτσικνιά:

Edessacity.gr - σταχτοτσικνιάς

Πάρκο Αντώνης Τρίτσης - σταχτοτσικνιάς


Στικταετός
στικτ

Όταν πετάει μακριά φαίνεται μικρός και μαύρος, αλλά το άνοιγμα των σκούρων καφέ φτερούγων του φτάνει τα 160-175 εκατοστά. Μοιάζει αρκετά με τον Κραυγαετό, αλλά βρίσκεται στην Ελλάδα μόνο το χειμώνα, είναι μεγαλύτερος από αυτόν και πιο ογκώδης. Είναι ένα γεροδεμένο πουλί, με πιο φαρδιές φτερούγες και πιο κοντή ουρά από τον βουνίσιο Χρυσαετό. Τα άσπρα στίγματα, που δίνουν στον Στικταετό το όνομά του, υπάρχουν μόνο στα ανήλικα πουλιά.

O Στικταετός στον Αμβρακικό
Αετοί δεν ζουν μόνο στα ψηλά βουνά. Στον υγρότοπο του Αμβρακικού, το καταχείμωνο, μπορείτε να δείτε τον σκουρόχρωμο Στικταετό να ανεμογλιστράει (να πετάει χωρίς να κινεί τα φτερά του) πάνω από τους καλαμιώνες και τους λόφους και τη νύχτα να κουρνιάζει σε παραποτάμιες συστάδες δέντρων. Είναι ένας από τους πιο σπάνιους αετούς στην Ευρώπη και την Ελλάδα.
Ο Στικταετός είναι στενά δεμένος με τους υγρότοπους. Περισσότερα από 6 τέτοια πουλιά - τα περισσότερα ανήλικα- περνούν το χειμώνα τους στον Αμβρακικό, που συντηρεί έναν από τους πιο αξιόλογους πληθυσμούς στην Ελλάδα! Οι Στικταετοί φθάνουν εδώ τον Οκτώβρη και ο τελευταίος φεύγει για την Αφρική στα τέλη Μάρτη ή αρχές Απρίλη. Συνηθίζουν να κυνηγούν υδρόβια πουλιά στους καλαμιώνες του Βάλτου Ροδιάς και στο Δέλτα του Άραχθου. Στέκονται συχνά στα αναχώματα και στις καλλιέργειες για να πιάσουν ποντίκια και μεγάλα έντομα. Έχουν πάντοτε τα μάτια τους ανοιχτά για νεκρά ζώα ή πληγωμένα πουλιά, στους βοσκότοπους και τους γύρω λόφους. Κουρνιάζουν πάνω σε δέντρα για να περάσουν τη νύχτα, προτι-μώντας τους ήσυχους λόφους, τις δυσπρόσιτες παραποτάμιες συστάδες δέντρων, τις απόμερες ομάδες δέντρων μακριά από τα χωριά του κάμπου.

Από τι κινδυνεύει;
Ο Στικταετός κινδυνεύει κυρίως από αυτά που τρώει. Επειδή τρώει ψοφίμια, κινδυνεύει από τα δηλητηριασμένα δολώματα για τις αλεπούδες. Καθώς τρέφεται στις καλλιέργειες, μπορεί να δηλητηριαστεί από τα ισχυρά φυτοφάρμακα. Μαζί με τα πληγωμένα ή νεκρά υδρόβια πουλιά καταβροχθίζει και τα μολυβένια σκάγια των κυνη-γών, με αποτέλεσμα να παθαίνει χρόνια δηλητηρίαση από μόλυβδο. Αλλά και το λαθροκυνήγι, που δυστυχώς συνεχίζεται, είναι απειλή για τους αετούς που κυνηγούν πετώντας χαμηλά. Σήμερα, που έχουν απομείνει λίγοι Στικταετοί, ο θάνατος ενός και μόνο ατόμου μπορεί να έχει επιπτώσεις στην επιβίωση του είδους.

Πώς μπορούμε να τον βοηθήσουμε;
Το χειμώνα, οι Στικταετοί συνηθίζουν βέβαια να τρέφονται σε άδεντρους υγρότοπους και καλλιέρ-γειες, αλλά έχουν ανάγκη από μεγάλα δέντρα για να εποπτεύουν τη γύρω περιοχή και να διανυκτερεύουν με ασφάλεια. Αν δείτε αετό καθισμένο σε δέντρο, μην τον ενοχλήσετε. Σκεφτείτε, μπορεί να είναι ένας από τους έξι μόνο Στικταετούς του Αμβρακικού!

Δικτυότοποι για το στικταετό:

users.hol.gr/~etanam - στικταετός

Δήμος Τοπείρου Ξάνθης - στικταετός